Από το τέλος του 2008 ζούμε με διαδοχικές και βίαιες κρίσεις, άλλοτε τοπικής και άλλοτε παγκόσμιας εμβέλειας. Με μια διαφορά, ότι τώρα έχει φύγει ή φεύγει μια γενιά ανθρώπων που είχε ζήσει πολέμους, εμφυλίους, βαρβάτες οικονομικές κρίσεις. Η συσσωρευμένη σοφία τούς οδηγούσε συχνά σε σοφές συμβουλές. Θυμάμαι ακόμη, για παράδειγμα, τον πιο έμπειρο τραπεζίτη της χώρας να μου λέει στα μέσα του 2008: «Μην πέσεις στην παγίδα να νομίζεις ότι κάθε χρονιά θα είναι καλύτερη από την προηγούμενη. Αυτό νομοτελειακά δεν μπορεί να συμβεί». Μου είχε φανεί πολύ σκοτεινό το σχόλιο όταν το άκουσα πρώτη φορά, αλλά μου ήλθε πολλές φορές στο μυαλό όταν το κέντρο της πόλης καιγόταν ή όταν η χώρα βρισκόταν στο χείλος του γκρεμού.
Η αλήθεια είναι ότι μου λείπει –μεταξύ άλλων– το κυριακάτικο πρωινό τηλεφώνημα του Πέτρου Μολυβιάτη, η ανά δεκαπενθήμερο επίσκεψη στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, οι συχνές συζητήσεις με τον Λέοντα Καραπαναγιώτη, τα μεσημεριανά τραπέζια με τον Κώστα Σημίτη και τα ξαφνιάσματα του Γιάννη Μπουτάρη. Δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η δική τους γενιά τα κατάφερε καλύτερα όταν ήταν «στα πράγματα», γιατί η χώρα μπήκε σε περιπέτειες τότε και έγιναν πολλά λάθη. Ηταν όμως σημαντικό να τους ακούς, να σου ασκούν κριτική, να στοχάζονται για εκείνο το περίφημο «πού πάμε;».
Με το πέρασμα του χρόνου ανακαλύπτεις ότι υπάρχουν στιβαροί άνθρωποι με τους οποίους μπορείς να κάνεις τις ίδιες κουβέντες, αλλά πάντοτε κάτι λείπει. Ποτέ δεν ξέρεις, βέβαια, αν αυτό οφείλεται στην πατίνα του χρόνου και τη φυσική τάση όλων μας να ωραιοποιούμε το χθες όσο μεγαλώνουμε. Λιγοστεύουν όμως πολύ εκείνοι που έζησαν πολλά, και ενίοτε απίστευτα, και είχαν ταυτόχρονα την ικανότητα να βλέπουν το σήμερα χωρίς τα πάθη τού χθες και με καθαρό μυαλό. Οταν οι διάδοχοί τους ξυπνάνε το πρωί και μένουν κολλημένοι σε σάιτ και κουτσομπολιά, αντιλαμβάνεσαι γιατί μοιάζουν τόσο «μικροί».
Αναρωτιέσαι αν το «εργοστάσιο» έκλεισε ή αν, για κάποιο λόγο, οι ώριμοι και άξιοι μένουν εκτός πολιτικής και δημόσιας σφαίρας γενικότερα.
Γιατί τα γράφω όλα αυτά, θα αναρωτηθείτε. Γιατί ένα πράγμα που πραγματικά δεν αντέχεται ώρες ώρες είναι η ασυμμετρία ανάμεσα στις προκλήσεις γύρω μας και τις δυνατότητες του πολιτικού προσωπικού. Ή μάλλον, για να είμαι πιο σαφής, αυτό που δεν αντέχεται είναι το πόση ελαφρότητα συναντάς σε πολιτικούς ή άλλους ταγούς του συστήματος στη χώρα. Συχνά μας διασκεδάζει, ανταλλάσσουμε ιστορίες για τις συμπεριφορές τους. Αν κάποιος κάνει ένα βήμα πίσω θα αναρωτηθεί αν όσοι γελάμε έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε το γελοίο ρουτίνα. Αν η γελοιότητα έχει γίνει μπανάλ.
Η αλήθεια είναι ότι χάθηκε και η συνήθεια της σύγκρισης με τα καλά παραδείγματα σε άλλες χώρες της Δύσης, γιατί σπανίζουν πια. Να συγκριθείς με την πάλαι ποτέ κραταιά Μεγάλη Βρετανία, που έχει αλλάξει άπειρους ελαφρούς πρωθυπουργούς τα τελευταία χρόνια ή με τη σημερινή Αμερική;
Εδώ βρισκόμαστε. Ο κόσμος γύρω μας θα γίνεται όλο και πιο απρόβλεπτος και επικίνδυνος. Προς το παρόν η δημόσια σφαίρα μοιάζει άλλοτε με τσίρκο και άλλοτε με σαλούν στο Φαρ Ουέστ. Η χώρα θα χρειαστεί, και στο τέλος της ημέρας θα βρει, δυνάμεις για να στηριχθεί. Οι καιροί και οι ανάγκες θα το απαιτήσουν.

