«Kαλύτερος o παίκτης που δεν παίζει»

3' 52" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Τελικά, το ποτήρι του ΠΑΣΟΚ είναι μισογεμάτο ή μισοάδειο; Οι αισιόδοξοι λένε ότι από τρίτο κόμμα έχει γίνει δεύτερο. Οτι είναι το μόνο «συστημικό – κυβερνητικό» κόμμα με μικρές έστω ανοδικές τάσεις. Η δε δυνητική ψήφος δείχνει ότι έχει υψηλό ταβάνι.

Οι πιο επικριτικοί λένε ότι με τη Ν.Δ. σε πτώση και τον ΣΥΡΙΖΑ διαλυμένο, η άνοδός του είναι καχεκτική. Οτι ούτε ο κόσμος ούτε «το σύστημα» το βλέπουν ως σοβαρή εναλλακτική και γι’ αυτό στρέφονται σε άλλες λύσεις, νέες ή παλιές. Και γι’ αυτό φταίει η ηγεσία που «δεν τραβάει». Είναι όμως μόνο αυτός ο λόγος;

Κατ’ αρχάς, ο στόχος της ολικής επαναφοράς του ΠΑΣΟΚ ήταν εξαρχής δύσκολος. Το ΠΑΣΟΚ είναι φθαρμένος πολιτικός οργανισμός και το νοσταλγικό χιούμορ δεν αλλάζει την πραγματικότητα. Τα τραύματα, οι διαιρετικές τομές της και οι πολιτικές ανακατατάξεις της περιόδου της οικονομικής κρίσης το έπληξαν –δικαίως ή αδίκως– καίρια. Η αυξανόμενη «αντισυστημικότητα» το πλήττει ευρύτερα και ειδικά στους νεότερους ψηφοφόρους. Η δε ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία βρίσκεται σε υποχώρηση.

Τα προβλήματα αυτά είναι δομικά και το να θεωρεί κάποιος ότι ένας άλλος αρχηγός θα τα έλυνε μονομιάς είναι τόσο ρηχό, που θα μπορούσε να συνιστά μια ακόμη ερμηνεία της πολιτικής καχεξίας του χώρου. Πέραν των όποιων αδυναμιών αφορούν τα πρόσωπα, το ΠΑΣΟΚ έχει υποπέσει σε δύο μείζονα στρατηγικά λάθη.

Το πρώτο αφορά τους αντιπολιτευτικούς τόνους που υιοθέτησε και τη στόχευση που είχε την περασμένη περίοδο. Το πιο κρίσιμο εκλογικό σώμα για το ΠΑΣΟΚ είναι οι ψηφοφόροι που έχουν δυσαρεστηθεί από την κυβέρνηση, αλλά απορρίπτουν τις εξαλλοσύνες και τις εντάσεις. Αντί να εστιάσει σε αυτό, παρασύρθηκε σε ένα γαϊτανάκι έντασης που δεν μπορούσε να υποστηρίξει. Ολες οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι όποτε η κοινωνική και πολιτική ένταση μεγάλωνε, το ΠΑΣΟΚ υποχωρούσε προς όφελος κομμάτων με πιο τοξικό λόγο και χαρακτηριστικά. Το ΠΑΣΟΚ δεν θα μπορούσε ποτέ να προσελκύσει το κοινό της Κωνσταντοπούλου ή του Βελόπουλου. Οχι λόγω Ανδρουλάκη, αλλά με κανέναν αρχηγό, λόγω όσων έχουν συμβεί στη χώρα την τελευταία εικοσαετία.

Το δεύτερο στρατηγικό λάθος είχε να κάνει με τη διαχείριση των σχέσεων του ΠΑΣΟΚ με τον ΣΥΡΙΖΑ. Μετά το 2023 που ο ΣΥΡΙΖΑ μπήκε σε περιδίνηση, το ΠΑΣΟΚ έπρεπε να προσεγγίσει επιθετικά τους απογοητευμένους ψηφοφόρους και στελέχη του. Αντί να διεμβολίσει από τότε τον ΣΥΡΙΖΑ, άφησε να αναπτύσσονται σενάρια για «προοδευτικές συγκλίσεις». Σενάρια που δεν είναι ούτε ρεαλιστικά ούτε σοβαρά, δεδομένου ότι οι σχέσεις των δύο κομμάτων είναι ευθέως ανταγωνιστικές, καθώς ακόμη και αν κάποια στιγμή συγκλίνουν, το κρίσιμο είναι ποιος θα έχει το πάνω χέρι.

Τι πέτυχε έτσι το ΠΑΣΟΚ; Ακύρωσε το βασικότερο πλεονέκτημά του, τη δυνατότητα αμφίπλευρης διεύρυνσης. Απέτρεψε απογοητευμένους ψηφοφόρους της Ν.Δ. να πάνε σε ένα ΠΑΣΟΚ που λοξοκοιτάζει προς ΣΥΡΙΖΑ και στέλνει ακόμη δικούς του ψηφοφόρους προς τη Ν.Δ. Και ταυτόχρονα κράτησε τον ΣΥΡΙΖΑ ζωντανό σε μια περίοδο που κατέρρεε, καθώς η φιλολογία ότι μπορεί να φτιαχτεί κάτι ευρύτερο, εν τέλει έπληττε κυρίως το ΠΑΣΟΚ.

Το πιο κρίσιμο εκλογικό σώμα για το ΠΑΣΟΚ είναι οι ψηφοφόροι που έχουν δυσαρεστηθεί από την κυβέρνηση, αλλά απορρίπτουν τις εξαλλοσύνες και τις εντάσεις. Αντί να εστιάσει σε αυτό, παρασύρθηκε σε ένα γαϊτανάκι έντασης που δεν μπορούσε να υποστηρίξει.

Η διεύρυνση που τώρα επιχειρείται –έστω και με τον τρόπο που γίνεται– θα έπρεπε να έχει δρομολογηθεί πολύ νωρίτερα, όταν θα είχε και μεγαλύτερη επιτυχία, καθώς δεν υπήρχε ακόμη κόμμα Τσίπρα στον ορίζοντα.

Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ φέρει αυταπόδεικτα ευθύνη γι’ αυτά τα βασικά στρατηγικά λάθη.

Η εσωκομματική κριτική, όμως, που ασκείται στον κ. Ανδρουλάκη δεν είναι σ’ αυτήν την κατεύθυνση, καθώς οι επικριτές του υπερθεμάτιζαν σε αυτά τα λάθη. Κάποιοι, υιοθετώντας μια έξαλλη ρητορική που απομάκρυνε το ΠΑΣΟΚ από το δυνητικό του κοινό και κάποιοι άλλοι πρωτοστατώντας στο φλερτ με τον ΣΥΡΙΖΑ. Τι μας λέει λοιπόν ότι εκείνοι θα τα κατάφερναν καλύτερα;

Αν κάτι πρέπει να καταλογιστεί στον κ. Ανδρουλάκη δεν είναι τόσο η έλλειψη «λάμψης» –πολλοί μη χαρισματικοί πολιτικοί έχουν κερδίσει εκλογές– όσο το ότι δεν αξιοποιεί τα πλεονεκτήματά του. Οτι δεν επενδύει στις ταυτίσεις, μια έννοια που μετράει ολοένα και περισσότερο στη σύγχρονη εκλογική συμπεριφορά. Είναι πολιτικά αυτοδημιούργητος, απόφοιτος δημόσιου σχολείου και πανεπιστημίου, από μεσοαστική οικογένεια της ελληνικής περιφέρειας, δεν βαρύνεται από διαχείριση εξουσίας, έχει πετύχει τους προσωπικούς στόχους που έχει θέσει. Ποτέ όμως δεν επιχείρησε όλο αυτό να γίνει ένα αφήγημα που θα βελτιώσει την εικόνα του και θα κάνει όσους έχουν αντίστοιχα χαρακτηριστικά να ταυτιστούν μαζί του.

Για τους «προπονητές της εξέδρας» υπάρχει πάντα μια ψευδαίσθηση: «ο καλύτερος παίκτης είναι εκείνος που δεν παίζει». Φαντασιώνονται ότι αν έπαιζε ο Α ή ο Β θα άλλαζε η ροή του αγώνα. Στα καφενεία και στις οπαδικές κερκίδες οι απόψεις αυτές είναι δημοφιλείς. Στην πράξη, όμως, σπανίως ένας παίκτης κρίνει μόνος του έναν αγώνα.

O κ. Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι σύμβουλος Στρατηγικής και Επικοινωνίας.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT