Το 1945 ήταν ήδη δεκαέξι ετών. Είχε προλάβει το ναζιστικό καθεστώς. Είχε ζήσει το σοκ της συνειδητοποίησης, όταν είδε τις εικόνες από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στον κινηματογράφο. Ομως, το βίωμα δεν εξηγεί από μόνο του αυτό που κατάφερε να γίνει ο Γιούργκεν Χάμπερμας.

Δεν άφησε το τραύμα και τον ίσκιο της συλλογικής ενοχής να τον ορίσει. Δεν περιορίστηκε να εξηγήσει και να διεκτραγωδήσει την εξάρθρωση του πολιτισμού και του νοήματος – όπως έκανε εν πολλοίς ο δάσκαλός του, ο Τέοντορ Αντόρνο. Δεν χρησιμοποίησε τα ζεστά ερείπια της Ευρώπης ως σκηνικό, για να διακηρύξει ότι μετά το Αουσβιτς δεν μπορεί να γραφτεί ξανά ποίηση.
Αντιθέτως. Ο Χάμπερμας εργάστηκε πυρετωδώς για να ξαναχτίσει πάνω στα ερείπια του ευρωπαϊκού πολιτισμού, αρχίζοντας από την ηθικά κατεστραμμένη Γερμανία.
Πίστευε ότι η Ευρώπη μπορούσε να ξαναπιάσει το νήμα της διαφωτιστικής της παράδοσης. Μπορούσε να οργανωθεί ξανά ως ορθολογική δημοκρατία, όχι διά της λήθης των εγκλημάτων, αλλά με τη δημιουργία ενός συλλογικού χώρου (μιας δημόσιας σφαίρας) που δεν θα οριζόταν πια από τις μεγάλες ιδέες –από το δόγμα και το αίμα– αλλά θα ήταν προϊόν διαρκούς διαβούλευσης μεταξύ έλλογων υποκειμένων. Μεταξύ ελεύθερων πολιτών.
Ο φιλόσοφος που ρίχνεται στην πόλη.
Η πατρίδα, ως συλλογικότητα, δεν χρειαζόταν πια το χώμα και την παράδοση. Θα μπορούσε να συγκροτηθεί μόνο με την πίστη σε κοινές αξίες, τις οποίες το δημοκρατικό σώμα έχει θεσμικώς αποκρυσταλλώσει. Σε αυτή την ιδέα του συνταγματικού πατριωτισμού –την οποία δεν είχε επινοήσει ο ίδιος, αλλά της έδωσε διανοητικό βάθος– θα μπορούσε να βασιστεί και ένα νέο αίσθημα του ανήκειν.
Πατρίδα είναι το σύνταγμά μας. Και μετα-εθνική «πατρίδα» μας η Ευρώπη, την οποία ο Χάμπερμας δεν κουράστηκε ποτέ να υπερασπίζεται, ακόμη κι όταν στηλίτευε τα ελλείμματά της. Στην κρίση του ευρώ και στο Μεταναστευτικό, στον πόλεμο στην Ουκρανία, η απάντηση στα ελλείμματα της Ευρώπης ήταν για τον Χάμπερμας πάντα περισσότερη Ευρώπη.
Θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο Χάμπερμας ηττήθηκε. Οτι πρόλαβε, προτού πεθάνει στα 96, να δει όλα του τα προτάγματα να διαψεύδονται –τη δημοκρατία να υποκύπτει στη σαγήνη του ανορθολογισμού και το ευρωπαϊκό εγχείρημα να ραγίζει από το βάρος των αντιφάσεών του. Τη διεθνή τάξη, τη βασισμένη σε κανόνες, να ξηλώνεται.
Λένε ότι ο ίδιος δεν άφησε μια μεγάλη φιλοσοφική ιδέα, με αξιώσεις καθολικής ερμηνείας του κόσμου, όπως οι τιτάνες της γερμανικής σκέψης.
Αφησε όμως το υπόδειγμα του δημόσιου διανοουμένου που δεν ησυχάζει, παρά ρίχνεται μέσα στην αγορά – «εγείρων και πείθων και ονειδίζων». Αφησε κι ένα διαυγέστατα καταστρωμένο εγχειρίδιο δημοκρατικής δράσης. Εναν μίτο αναγκαίο για να πιαστεί κανείς μέσα στα σκοτάδια και να ξαναβρεί το ξέφωτο.

