Για πολλούς δημοκράτες ανά τον κόσμο, η ανατροπή του προέδρου Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα και η θανάτωση του αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ στο Ιράν προκάλεσαν αυθόρμητη ανακούφιση, ακόμη και χαρά. Δύο αυταρχικοί ηγέτες απομακρύνθηκαν από το διεθνές προσκήνιο, αναπτερώνοντας τις ελπίδες των καταπιεσμένων λαών τους. Ωστόσο, αν κανείς εξετάσει τα γεγονότα με μεγαλύτερη ψυχραιμία, η εικόνα που προκύπτει δεν είναι ούτε τόσο ευχάριστη, ούτε ιδιαίτερα αισιόδοξη. Η πλήρης εικόνα είναι η εξής: Εντός μόλις δύο μηνών –και μέσα σε λίγες ώρες κάθε φορά– οι δύο ηγέτες ανατράπηκαν ύστερα από στρατιωτικές επιχειρήσεις που διέταξε ο δημοκρατικά εκλεγμένος Ντόναλντ Τραμπ σε ευθεία αντίθεση με το διεθνές δίκαιο, δεδομένου ότι ούτε οι ίδιοι οι ηγέτες ούτε οι χώρες τους αποτελούσαν «άμεση απειλή», η οποία θα δικαιολογούσε στις Ηνωμένες Πολιτείες τη χρήση στρατιωτικής βίας. Πώς εξηγείται όλο αυτό, τη στιγμή μάλιστα που ο Τραμπ είχε προεκλογικά υποσχεθεί να κυβερνήσει ως «πρόεδρος της ειρήνης», ενώ και, μετεκλογικά, επανειλημμένως δήλωνε ότι δεν ενθαρρύνει τις αλλαγές καθεστώτων;
Το βέβαιο είναι ότι ο Τραμπ, ήδη καταγεγραμμένος ως «πρόεδρος πολέμων», δεν ενδιαφέρεται για την οικοδόμηση βιώσιμων δημοκρατιών πάνω στα ερείπια αυταρχικών καθεστώτων που ο ίδιος αποσταθεροποίησε. Στη Βενεζουέλα, η εκθρόνιση και απαγωγή του Μαδούρο δεν συνοδεύθηκε από θεσμική μετάβαση, αλλά από τη διατήρηση του παλαιού καθεστώτος υπό την ηγεσία της Ντέλσι Ροντρίγκεζ, πρώην αντιπροέδρου και στελέχους του τσαβισμού. Στο Ιράν, η εξάλειψη του Χαμενεΐ δημιούργησε επικίνδυνο κενό εξουσίας, που, μέχρι στιγμής, καλύπτεται από τους εσωτερικούς μηχανισμούς του ίδιου του θεοκρατικού καθεστώτος. Τουλάχιστον προς το παρόν, οι Φρουροί της Επανάστασης και τα σκληροπυρηνικά στοιχεία διατηρούν τον έλεγχο των βασικών μοχλών του κράτους, ενώ οι μεταρρυθμιστές παραμένουν στην αφάνεια. Η κοινωνική δυσαρέσκεια είναι υπαρκτή, αλλά το κάλεσμα του Τραμπ για εξέγερση –χωρίς πρόθεση ουσιαστικής στήριξης ή πολιτικής δέσμευσης εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών– καθίσταται κενό περιεχομένου. Υπό αυτές τις συνθήκες, εάν το καθεστώς δεν αποκαταστήσει την εξουσία του, το πιθανότερο είναι η διολίσθηση σε εμφύλια σύγκρουση και μακροχρόνια αστάθεια, όπως συνέβη μετά τις αμερικανικές επεμβάσεις στο Ιράκ, στη Λιβύη και στο Αφγανιστάν.
Ανακύπτει το ερώτημα: Αν η δημοκρατία δεν ενδιαφέρει τον Τραμπ, τι τον ενδιαφέρει πραγματικά; Πρώτα πρώτα, ο Τραμπ επιδιώκει τη δημιουργία ενός κλίματος φόβου και αβεβαιότητας στις μικρές ή μεσαίου μεγέθους χώρες με αντιαμερικανική ηγεσία. Ακόμη και χωρίς την αποστολή χερσαίων δυνάμεων για την «κατάληψή» τους, η έμφαση στην αμερικανική αεροπορική υπεροχή λειτουργεί ως σαφής προειδοποίηση ότι η Ουάσιγκτον έχει τόσο τη δυνατότητα όσο και την αποφασιστικότητα να πλήξει καθεστώτα που θεωρεί εχθρικά προς αυτήν. Η βίαιη ανατροπή ηγετών μετατρέπεται έτσι σε ένα είδος παραδειγματικής τιμωρίας. Το μήνυμα προς τους διαδόχους τους είναι σαφές: Οποιος επιλέξει, αντί της υπακοής, να παρεκκλίνει από τους κανόνες που ορίζει η αμερικανική ισχύς μπορεί να έχει την ίδια τύχη. Οι αποδέκτες αυτού του μηνύματος δεν είναι μόνο η Βενεζουέλα και το Ιράν, αλλά ένα ευρύτερο σύνολο κρατών, όπου η αντιαμερικανική στάση μπορεί να συνεπάγεται πολιτικό κόστος για τα καθεστώτα τους, εκτός βέβαια από το σοβαρό προσωπικό κόστος για τους ίδιους τους ηγέτες τους.
Ενας δεύτερος λόγος που εξηγεί τις ενέργειες του Τραμπ είναι ότι η αποκαθήλωση αντιαμερικανικών ηγεσιών αποδυναμώνει το εκτεταμένο δίκτυο αυταρχικών χωρών που η ιστορικός Αν Απλμπαουμ έχει ονομάσει «Απολυταρχία Α.Ε.». Στον πυρήνα του βρίσκονται οι μεγάλες Κίνα και Ρωσία, που λειτουργούν ως προστάτες και πολλαπλασιαστές ισχύος για μικρότερα καθεστώτα που αντιμάχονται την Αμερική. Σε αυτό το πλαίσιο, χώρες όπως η Βενεζουέλα και το Ιράν δεν αποτελούν απλώς περιφερειακούς αντιπάλους των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά κρίκους σε μια αλυσίδα δυνητικών συμμάχων της Ρωσίας ή της Κίνας με επιρροή σε διαφορετικές γεωγραφικές ζώνες. Αν αυτές οι κυβερνήσεις αποδυναμωθούν ή αντικατασταθούν από ηγεσίες λιγότερο εχθρικές προς την Αμερική, τότε το δίκτυο του κλασικού διεθνούς αυταρχισμού χάνει μέρος της συνοχής και της επιχειρησιακής του αξίας.
Αυτοπροβάλλεται στους Αμερικανούς ψηφοφόρους ως ο καβαλάρης-απελευθερωτής που εξοντώνει έναν έναν τους δράκους που απειλούν τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η τρίτη και τελευταία εξήγηση είναι ότι, με τις αναμφίβολα ριψοκίνδυνες ενέργειές του, ο Τραμπ επιζητεί να επιβεβαιώσει τον χαρισματικό χαρακτήρα της ηγεσίας του – ηγεσία που, έξω και πέρα από τα καθιερωμένα, είναι προσωπική και ρηξικέλευθη. Οι αποφάσεις του λαμβάνονται χωρίς εσωκομματικό αντίλογο και δίχως την έγκριση του Κογκρέσου, δεν υπόκεινται σε δημόσιο διάλογο ή έλεγχο και, προφανώς, δεν σέβονται το διεθνές δίκαιο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η επέμβαση στο Ιράν, την οποία κανένας προηγούμενος πρόεδρος δεν είχε τολμήσει και που οι σημερινοί επιτελείς στον Λευκό Οίκο ή στο Πεντάγωνο δεν ενθάρρυναν· ο Τραμπ κινήθηκε μόνος του, ενάντια σε κάθε αντίθετη συμβουλή.
Ανατρέποντας κυβερνήσεις που θεωρεί εχθρικές, ενώ τα δημοσκοπικά του ποσοστά κατρακυλούν ενόψει των εκλογών του Νοεμβρίου, ο Τραμπ αυτοπροβάλλεται στους Αμερικανούς ψηφοφόρους ως ο καβαλάρης-απελευθερωτής που εξοντώνει έναν έναν τους δράκους που απειλούν την Αμερική. Το νέο ερώτημα είναι: Ποιος δράκος θα είναι ο επόμενος στη σειρά;
*Ο κ. Τάκης Σ. Παππάς είναι πολιτικός επιστήμονας και συγγραφέας του βιβλίου «Εξηγώντας τον Τραμπ» (εκδ. Πατάκη).

