Το πολιτικό σύστημα εισηγείται τρόπους για να μας προστατεύσει από τον εαυτό του: Αυτός θα μπορούσε να είναι ένας σύντομος ορισμός της συζήτησης για συνταγματική αναθεώρηση. Το άρθρο 86 είναι το πιο ενδεικτικό. Το πολιτικό σύστημα έδωσε στον εαυτό του την αποκλειστική αρμοδιότητα να αξιολογεί τα κρίματά του. Υποτίθεται ότι έτσι θα αποτρεπόταν η ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής. Τελικώς, υπονομεύτηκε μόνο η νομιμοποίησή της. Υπονομεύθηκε τόσο η αξιοπιστία της Βουλής, που έχει αποτύχει με όλους τους τρόπους να ανταποκριθεί στον ρόλο του εισαγγελέα και του ανακριτή, ευτελίζοντας τις έννοιες της «εξέτασης» και της «προανάκρισης». Υπονομεύθηκε και το κύρος της Δικαιοσύνης, που εμφανίζεται πάντα επιεικώς αδύναμη να επιτελέσει τον ρόλο του ανεξάρτητου κριτή.
Οι υποθέσεις της τελευταίας επταετίας είναι ενδεικτικές. Το άρθρο 86 απλώς αγνοήθηκε. Είτε παρακάμφθηκε, για να παραπεμφθούν απευθείας υπουργοί χωρίς έλεγχο (Τέμπη), είτε καταστρατηγήθηκε, για να απαλλαγούν πάλι χωρίς να αναλάβει η Βουλή τον ουσιαστικό ελεγκτικό ρόλο της (ΟΠΕΚΕΠΕ).
Προστατεύθηκε στ’ αλήθεια έτσι η εξουσία; Ή διαιώνισε την εις βάρος της καχυποψία; Η απάντηση της αντιπολίτευσης είναι ότι η προκρούστεια βία στο άρθρο 86 αποδεικνύει το έλλειμμα κράτους δικαίου. Από τα πράγματα φαίνεται ότι η απάντηση είναι πιο σύνθετη. Το κράτος δικαίου λειτουργεί, αλλά κάπως διάχυτα – όχι μόνο με τη θεσμική αλληλουχία που έχει καταστρώσει το εθνικό σύνταγμα.
Ακόμη και όταν οι εγχώριοι θεσμοί είναι υποτελείς στις κυβερνητικές σκοπιμότητες, παραμένουν πορώδεις – ανοιχτοί στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη, που διεγείρει την ελληνική Δικαιοσύνη, οδηγώντας εντέλει και σε πολιτική λογοδοσία. Αυτό συνέβη εν μέρει στην υπόθεσης της σύμβασης 717 και κατεξοχήν στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Ακόμη κι όταν τα ανώτατα κλιμάκια της Δικαιοσύνης δίνουν την εντύπωση ότι τελούν σε σχέση υπαλληλίας με την Αρχή που τα διορίζει, υπάρχουν δικαστικοί λειτουργοί που αποφασίζουν με την ανεξαρτησία που τους αναγνωρίζει το Σύνταγμα. Ενας πρωτοδίκης και ένας εισαγγελέας Πρωτοδικών μπορούν να εκθέσουν έτσι τον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όπως συνέβη στην υπόθεση των παράνομων παρακολουθήσεων. (Για τη Βουλή, που αποποιήθηκε την ανακριτική της ευθύνη διά της τσιρκοποίησης, ούτε λόγος.)
Το διάχυτο κράτος δικαίου καταφέρνει έτσι να αποκαταστήσει ένα βαθμό δημοκρατικής ισορροπίας, ανοίγοντας παρακαμπτηρίους εκεί που προκαλούνται θεσμικά εμφράγματα.
Μπορεί άραγε να γίνει αλλιώς; Μπορεί η δημοκρατία να λειτουργήσει χωρίς εσωτερικές εντάσεις –πιέσεις και αντιστάσεις– ακόμη και μεταξύ των μη πολιτικών της θεσμών; Γι’ αυτό δεν τα λέμε «αντίβαρα»; Επειδή περιμένουμε ότι, ακόμη και στην πιο καλά συντεταγμένη δημοκρατία, θα ασκούνται απρόβλεπτες βαρυτικές δυνάμεις;
«Κράτος δικαίου» χωρίς ασυνέχειες δεν υπάρχει. Το δικό μας έχει πολλές τέτοιες και εξακολουθεί να υπάρχει. Και, σκοντάφτοντας, να προχωρεί.
Υπερθεάματα
Ο Μπραντ Πιτ στην Υδρα. Ο Αδωνις στη Νίκαια. Παράγουμε περισσότερη φαντασμαγορία απ’ όση προλαβαίνουμε να καταναλώσουμε.
Κόπωση
Εχουν συμπληρωθεί τέσσερα χρόνια που μια ευρωπαϊκή χώρα βομβαρδίζεται καθημερινά. Εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες της έχουν σκοτωθεί. Εκατοντάδες χιλιάδες έχουν εκτοπιστεί. Εχουν συμπληρωθεί τέσσερα χρόνια που μια ευρωπαϊκή χώρα έχει βυθιστεί στα πιο πηχτά σκοτάδια του εικοστού αιώνα. Ζει μια κατάσταση που θυμίζει τους παγκόσμιους πολέμους, θύμα ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος που σκέφτεται με εκείνους τους όρους: Του «ζωτικού χώρου». Της «ευρασιατικής (εδαφικής) κυριαρχίας». Της «τελικής λύσης» εις βάρος ενός γειτονικού έθνους, του οποίου το δικαίωμα στην ύπαρξη δεν αναγνωρίζει. Η πολεμική καθημερινότητα των Ουκρανών ίσως είναι πολύ οδυνηρή για να μένει διαρκώς στο οπτικό μας πεδίο. Αλλωστε και οι ίδιοι, για να επιβιώσουν, έχουν βρει τρόπους να συμφιλιωθούν με το σκοτάδι και το κρύο από τα μπλακ άουτ, με τις σειρήνες και τις κατεστραμμένες υποδομές. Με τη ρουτίνα του θανάτου. Αν προσπαθήσει όμως κανείς να πάρει απόσταση από τις «ειδοποιήσεις» που τρέχουν στην οθόνη του, θα συνειδητοποιήσει ότι η ιστορία συντελείται τώρα, με την ευρωπαϊκή γνώμη να δηλώνει απέναντί της «κόπωση». Η Ευρώπη ματώνει. Αλλά δεν κοιτάει την πληγή. Κουράστηκε.

