Η απρόσμενη εμφάνιση φωτογραφιών που απεικονίζουν την εκτέλεση των 200 στο Σκοπευτήριο Καισαριανής, την 1η Μαΐου 1944, και η ανάρτησή τους προς πώληση στην πλατφόρμα eBay προκάλεσαν εύλογη συγκίνηση και αντίστοιχο ενδιαφέρον στους ειδικούς αλλά και στην κοινή γνώμη. Η διακοπή της δημοπρασίας και η επικοινωνία του κατόχου με το υπουργείο Πολιτισμού μετατόπισαν το βάρος της συζήτησης στην τύχη των ίδιων των τεκμηρίων. Πέρα όμως από την επικαιρότητα, η υπόθεση μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα βαθύτερο ερώτημα: ποιος διαχειρίζεται την ιστορική μνήμη και με ποιους όρους;
Η Ιστορία (πρέπει να) γράφεται μέσα από τη συστηματική αναδίφηση κάθε είδους πρωτογενών πηγών (έντυπων, οπτικοακουστικών, ψηφιακών κ.ο.κ.). Κάθε νέο τεκμήριο –και ιδίως ένα οπτικό τεκμήριο για ένα γεγονός τόσο εμβληματικό όσο η εκτέλεση της Καισαριανής– δεν προσθέτει απλώς μια ψηφίδα σε όσα ήδη γνωρίζουμε. Μεταβάλλει τον τρόπο πρόσληψης του ίδιου του γεγονότος. Η φωτογραφία, ακόμη περισσότερο από το έγγραφο, διαθέτει τη δύναμη της αμεσότητας. Αποκαλύπτει λεπτομέρειες που δεν καταγράφονται αλλιώς. Στην προκειμένη περίπτωση, γνωρίζαμε από μαρτυρίες τη γενναιότητα και το υψηλό φρόνημα που επέδειξαν οι 200 ενώπιον του εκτελεστικού αποσπάσματος. Αλλά είναι εντελώς διαφορετική –απολύτως συγκλονιστική– η εντύπωση που μπορούμε πλέον να αποκομίσουμε εστιάζοντας στα βλέμματα των πρωταγωνιστών, στη στάση του κορμιού τους, στο αγέρωχο ύφος τους απέναντι στους δημίους τους, στην υπέρβαση του φόβου του επικείμενου θανάτου.
Ενα κρίσιμο ζήτημα είναι πού θα καταλήξουν οι φωτογραφίες. Τα αρχεία δεν είναι αποθήκες ιστορικών υλικών. Ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται, ταξινομείται και καθίσταται προσβάσιμο ένα τεκμήριο καθορίζει την ένταξή του στον δημόσιο λόγο. Στην Ελλάδα, το κατεξοχήν δημόσιο μοντέλο εκπροσωπείται από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, τα οποία λειτουργούν υπό κρατική εποπτεία και με συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο. Η θεσμική τους εγγύηση διασφαλίζει τη διατήρηση και την ισότητα πρόσβασης, αλλά συχνά συνοδεύεται από περιορισμένους πόρους και βραδύτητα διαδικασιών. Δίπλα στο δημόσιο μοντέλο, αναπτύσσεται ένα πλέγμα ιδιωτικών ή ημιδημόσιων ιδρυμάτων –όπως το Μουσείο Μπενάκη– τα οποία έχουν αποδείξει ότι μπορούν να αποκτούν, να τεκμηριώνουν και να αναδεικνύουν συλλογές με αξιοσημείωτη ευελιξία. Η ιδιωτική πρωτοβουλία συχνά κινείται ταχύτερα, διαθέτει εξειδικευμένο προσωπικό και καλλιεργεί διεθνείς συνεργασίες. Από την άλλη πλευρά, εξαρτάται από χρηματοδοτήσεις και δεν φέρει πάντα την ίδια μορφή δημόσιας λογοδοσίας.
Η διεθνής εμπειρία μάς δίνει αρκετά παραδείγματα για την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση αρχειακού υλικού. Μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, τα αρχεία της Στάζι εντάχθηκαν σε ένα ειδικό καθεστώς διαχείρισης, το οποίο συνδύαζε κρατική εποπτεία με θεσμοθετημένη πρόσβαση των πολιτών στα προσωπικά τους αρχεία. Στη Γαλλία, τα αρχεία του καθεστώτος του Βισύ άνοιξαν σταδιακά, μέσα από πολιτικές αποφάσεις που στόχευαν στη συμφιλίωση με το παρελθόν. Αντιθέτως, σε περιπτώσεις όπου τα τεκμήρια παρέμειναν σε ιδιωτικά χέρια ή σε γκρίζες ζώνες νομιμότητας, η δημόσια συζήτηση συχνά εγκλωβίστηκε σε υποψίες και αντιπαραθέσεις.
Ενδιαφέρουσα είναι και η περίπτωση των αρχείων του Ολοκαυτώματος. Το Yad Vashem στο Ισραήλ και το United States Holocaust Memorial Museum στις ΗΠΑ λειτουργούν ως θεσμοί μνήμης με διεθνές κύρος. Δεν αρκούνται στη φύλαξη τεκμηρίων, αλλά τα εντάσσουν σε εκπαιδευτικά προγράμματα, ψηφιακές βάσεις δεδομένων και ευρύτερα ερευνητικά δίκτυα. Το ζητούμενο δεν είναι η κατοχή του υλικού αυτή καθαυτή, αλλά η οργανική του ένταξη σε ένα πλαίσιο επιστημονικής τεκμηρίωσης και δημόσιας πρόσβασης.
Στην περίπτωση των φωτογραφιών της Καισαριανής, δεν πρόκειται απλώς για ένα ακόμη ιστορικό εύρημα. Πρόκειται για τεκμήρια που αφορούν μία από τις πλέον τραυματικές στιγμές της σύγχρονης ιστορίας μας. Η διαχείρισή τους οφείλει να υπερβεί τον συγκυριακό ενθουσιασμό ή το πρόσκαιρο ενδιαφέρον. Εφόσον, όπως φαίνεται, οι φωτογραφίες αποδειχθούν γνήσιες, θα πρέπει να ενταχθούν σε ένα πλαίσιο που να εγγυάται όχι μόνο τη φύλαξή τους, αλλά και την επιστημονική τους αξιοποίηση και τη δημόσια πρόσβασή τους – με όρους διαφάνειας και λογοδοσίας. Διότι, σε τελική ανάλυση, τα κάθε είδους ιστορικά τεκμήρια είναι εργαλεία αυτογνωσίας. Μια κοινωνία που αντιμετωπίζει τα ίχνη της ιστορίας της ως συλλεκτικά αντικείμενα κινδυνεύει να τα απογυμνώσει από το νόημά τους. Αντίθετα, μια κοινωνία που τα εντάσσει σε θεσμούς, τα ανοίγει στην έρευνα και τα καθιστά προσβάσιμα στους πολίτες της, οικοδομεί μια πιο ώριμη σχέση με το παρελθόν της.
*Ο κ. Αντώνης Κλάψης είναι αν. καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

