Το πολιτικό μας σύστημα έχει αλλάξει δραματικά τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Φτάσαμε στο σημείο να υπάρχει ένα μεγάλο κόμμα, που αποτελεί τον μόνο πόλο γύρω από τον οποίο μπορεί να σχηματιστεί μια κυβέρνηση. Η Ν.Δ. είναι ένα από τα λίγα ιστορικά κόμματα στην Ευρώπη που το έχουν καταφέρει, δείχνοντας αξιοσημείωτες αντοχές. Αντιθέτως, ο δεύτερος παραδοσιακός πόλος, το ΠΑΣΟΚ, συρρικνώθηκε και πλήρωσε το τίμημα για το πώς χειρίσθηκε τη μνημονιακή προσαρμογή. Αναρωτιέται κανείς αν θα είχε διαφορετική πορεία είτε αν είχε αναδείξει τον Ευ. Βενιζέλο ως αρχηγό το 2007 είτε, πάλι, αν είχε επιμείνει στην ψήφιση του πρώτου μνημονίου με 180 ψήφους στη Βουλή. Οι ψηφοφόροι του ένιωσαν, πάντως, ότι το «συμβόλαιο» που είχαν με το κόμμα του Ανδρέα Παπανδρέου δεν είχε καμία ισχύ και χρησιμότητα. Η διάλυση του ΠΑΣΟΚ άφησε τον περίφημο μεσαίο χώρο ορφανό, αλλά και ώριμο για… πολιτική λεηλασία. Η Ν.Δ. είχε να επιλέξει ανάμεσα στην τακτική της περιχαράκωσης στα στενά κομματικά όρια και στη μετάλλαξη. Επέλεξε την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη σαν απάντηση στον ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα. Και της βγήκε.
Ο κ. Μητσοτάκης βαδίζει από τότε συνεχώς πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί. Προσπαθεί να μη χάσει τη δεξιά του ενορία, αλλά και να μην αποξενώσει οριστικά και αμετάκλητα το Κέντρο. Επεσε από το σχοινί με τον γάμο των ομοφύλων, όχι λόγω ουσίας αλλά λόγω κακών χειρισμών. Αποξένωσε το Κέντρο με την εργαλειοποίηση θεσμών σε ορισμένες περιπτώσεις και με φαινόμενα τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ. Το πλεονέκτημά του είναι ότι στο τέλος δεν έχει ιδεολογικά ή προσωπικά κωλύματα, κάνει ψυχρά ό,τι πιστεύει πως χρειάζεται για να κρατήσει τα ποσοστά του.
Ουσιαστικά είναι το μόνο που μπορεί να κυβερνήσει τον τόπο, αλλά και το μόνο που μπορεί να χάσει από τον… κακό του εαυτό.
Τι θα μπορούσε να τον απειλήσει; Σε παγκόσμιο επίπεδο η Αριστερά και η Κεντροαριστερά υποχωρούν θεαματικά. Αυτό μας επηρεάζει κι εμάς εδώ και καθιστά απίθανο το ενδεχόμενο να δυναμώσει είτε το νέο μόρφωμα του κ. Τσίπρα είτε το ΠΑΣΟΚ σε σημείο που να μπορεί να διεκδικήσει την εξουσία και να απειλήσει τον κ. Μητσοτάκη. Ο θυμός είναι εκεί, η ακρίβεια και το κόστος της στέγης επίσης, αλλά αέρα σε «αριστερά πανιά» δεν δίνουν. Η απειλή θα μπορούσε να έλθει από δεξιά. Εκεί υπάρχει πελατεία, «μαγαζί» που να τη μαζέψει δεν υπάρχει. Σε άλλη εποχή θα μπορούσε να το κάνει κάποιος σαν τον κ. Βορίδη, ο οποίος επέλεξε όμως να γίνει συστημικός όταν άρχισε να πουλάει η αντισυστημικότητα.
Προς το παρόν, δεν υπάρχει κανείς στον ορίζοντα που να μπορεί να καβαλήσει ορμητικά από δεξιά το υπαρκτό κύμα της δυσφορίας. Επειδή όμως ζούμε στην εποχή της μη πολιτικής και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, το κενό μπορεί να καλυφθεί, χωρίς κανείς μας να το περιμένει, από έναν Ελληνα «Φειδία».
Το κυβερνών κόμμα έχει επωμισθεί μια μεγάλη ευθύνη, γιατί ουσιαστικά είναι το μόνο που μπορεί να κυβερνήσει τον τόπο, αλλά και το μόνο που μπορεί να χάσει από τον… κακό του εαυτό.

