Οι φωτογραφίες των εκτελέσεων στην Καισαριανή έπεσαν σαν κεραυνός, αναγκάζοντας τον καθένα να αναμετρηθεί με την ιστορική στιγμή που φωτίζουν, και να αναλογιστεί τον τρόπο που σήμερα βλέπουμε ο ένας τον άλλον. Τα πρόσωπα των μελλοθάνατων, γαλήνια και ζωντανά, κοιτάζουν τον φακό σαν να κοιτάζουν εμάς, 82 χρόνια μετά. Σαν να μας ρωτούν αν τους βλέπουμε. Κάνουν πολλούς να αισθάνονται άβολα, επειδή σπάνε τα στεγανά της ιστορικής αφήγησης που προτίμησε ο καθένας. Μας αναγκάζουν –όλους μαζί, την ίδια ώρα– να δούμε ανθρώπους σαν κι εμάς να οδεύουν προς την πιο σκληρή στιγμή κάθε ζωντανού πλάσματος, το βίαιο τέλος, τη σφαγή. Ανθρωποι της Αριστεράς αισθάνονται δικαιωμένοι που επαληθεύονται οι μνήμες, οι αφηγήσεις, οι μύθοι τους, με την απτή απόδειξη πως οι «δικοί τους» αντιμετώπισαν τον θάνατο γενναίοι και όρθιοι· σήμερα καλούνται να μοιραστούν αυτή την κληρονομιά με συμπολίτες που έως τώρα ίσως να μην είχαν δει τους εκτελεσμένους ως πρόσωπα αλλά ως αριθμό νεκρών που ανήκει σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, σε μια συγκεκριμένη πολιτική ομάδα. Ομως, όπως οι φωτογραφίες σήμερα γίνονται κτήμα του ελληνικού κράτους, οι νεκροί που απεικονίζουν γίνονται κομμάτι όλων των Ελλήνων.
Τα πρόσωπα, τα αλύγιστα κορμιά με τα ταλαιπωρημένα ρούχα, τα χείλη που κάτι τραγουδούν ή κάτι λένε μεταξύ τους, είναι σύμβολα μιας εθνικής αντίστασης, μιας αντίστασης όχι μόνο εναντίον του όποιου καθεστώτος, αλλά εναντίον κάθε εισβολέα, εναντίον της ίδιας της ανθρώπινης μοίρας. Αυτά τα πρόσωπα θα βλέπαμε στις Θερμοπύλες και στο Αρκάδι, με αυτό το βλέμμα ο Διγενής ζυγίζει τον Χάρο στο μαρμαρένιο αλώνι. Αυτό το βλέμμα θα είχαν και αμέτρητοι άλλοι που δολοφονήθηκαν στα χωριά του Κέδρους και αλλού στην Κρήτη, στο Δίστομο, στα Καλάβρυτα, σε κάθε γωνιά της χώρας, σε κάθε ταραγμένη εποχή. Με αυτό το βλέμμα στρατιώτες στο μέτωπο αντιμετώπιζαν την υπεροπλία του εχθρού. Με τέτοια σιγουριά και συντροφικότητα βάδισαν προς την εκτέλεση μάρτυρες τα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού, και μετά οι «αιρετικοί» όταν η θρησκεία τους έγινε καθεστώς, πριν τη γλυκάνει η ανθρώπινη δίψα για αγάπη.
Οι γενναίοι, συμβολικά αναστημένοι της Καισαριανής μάς καλούν να δούμε αυτούς και εαυτούς σε μια εποχή που βουλιάζει στην ακατάσχετη φλυαρία λέξεων και εικόνων.
Είναι οικεία τα πρόσωπα και τα κορμιά στις φωτογραφίες που εμφανίστηκαν ξαφνικά, σε μια εποχή που βουλιάζει στην ακατάσχετη φλυαρία λέξεων και εικόνων. Τα βλέπουμε σε θρησκευτικές εικόνες και πίνακες ζωγραφικής, σε φωτογραφίες παππούδων, γονέων και χαμένων θείων, σε ενήλικες και παιδιά γύρω μας στην πόλη, στο χωριό, στην ξενιτιά, όπου υπάρχουν Ελληνες. Τους ενώνει όλους –μας ενώνει όλους– μια ταυτότητα που αποτελείται από μύθους αμέτρητους, μύθους που διαφέρουν με βάση τον τόπο, τα πιστεύω και ενίοτε την ηλικία του καθενός.
Κοινή σε όλους είναι η υπερηφάνεια για τους αγώνες για την ελευθερία και τη δικαιοσύνη, κι ας μη συνεργαζόμαστε όλοι στον ίδιο βαθμό για αυτούς τους στόχους, κι ας βρίσκουμε συνεχώς λόγους να διαφωνήσουμε μεταξύ μας, να χτυπηθούμε, ακόμη και να συνεργαστούμε με τον εχθρό για να πετύχουμε το δικό μας. Γι’ αυτό και η αποκάλυψη αυτών των εικόνων προκαλεί επιπόλαια πάθη και πάλι. Σαν να είναι πιο σημαντικό να κερδίσουμε πόντους χτυπώντας ασήμαντο εχθρό –τον διπλανό μας– από το να αναγνωρίσουμε την αρετή και την ομορφιά την οποία θαυμάζουμε στα λόγια αλλά σπανίως βλέπουμε.
Οι γενναίοι, συμβολικά αναστημένοι της Καισαριανής είναι αναπάντεχο μήνυμα από το παρελθόν αλλά και καθρέπτης για τους ζωντανούς. Μας καλούν να δούμε αυτούς και εαυτούς σε ένα διαρκώς ασταθές παρόν, να αναρωτηθούμε εάν τη στιγμή της απόλυτης κρίσης, ο καθένας μας θα σταθεί στο ύψος τους.

