Υπάρχει κάτι πιο γραφικό και υπολογισμένο από τις υστερικές εκδηλώσεις απαξίωσης και καταφρόνησης που η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας επιφυλάσσει καθημερινά στους «διεφθαρμένους», τους «διαπλεκόμενους», τους «ελεεινούς» και τους «εγκληματίες» συναδέλφους της: είναι η σκηνοθετημένα σοκαρισμένη αντίδραση των τελευταίων· η επιλογή τους να συνεχίσουν την εκρηκτική παράσταση ως θιγμένα θύματα, που τάχα αναγκάζονται να ανταποδώσουν τις προσβολές της υβρίστριάς τους σε παρόμοιο τόνο. «Είναι χυδαία», «είναι ό,τι τοξικότερο υπάρχει», αναφωνούν συγκλονισμένοι από την αναίδειά της – μια αναίδεια που κανονικά θα έπρεπε να έχουν μεταβολίσει και ξεπεράσει μέχρι τώρα. Είναι όμως αυτή η ανταπόδοση η μεγαλύτερη απόδειξη της συμβιωτικής σχέσης όσων συμβάλλουν στην κοινοβουλευτική παρακμή. Η μια πλευρά δεν υπάρχει δίχως την άλλη.
Γιατί θυμάσαι τα παλιά;
Δεν ισχύει το ίδιο για τη διαμάχη Γιάννη Στουρνάρα – Αλέξη Τσίπρα που αναζωπυρώθηκε με αφορμή την πρόσφατη συνέντευξη του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Η δουλειά του Στουρνάρα διατηρεί την ανεξαρτησία της από τα πολιτικά τεκταινόμενα. Δεν χρειάζεται ο διοικητής κάποιον ζοφερό αντίπαλο για να υπάρξει, σε αντίθεση με τον Αλέξη Τσίπρα, του οποίου η πολιτική περσόνα νοείται μόνο ως απάντηση σε μια κρίση (υπαρκτή ή ανύπαρκτη). Είναι λοιπόν περίεργη η επιλογή Στουρνάρα να θυμηθεί τη συριζαϊκή περιπέτεια της χώρας και να την αφηγηθεί, μάλιστα, σε μια δημοσιογραφική (;) πλατφόρμα εγνωσμένα φιλοκυβερνητικού προσανατολισμού. Ολοι θυμόμαστε τι έγινε την περασμένη δεκαετία. Προς τι η ετεροχρονισμένη καταγγελία; Η ζωή προχωράει και το πισωγύρισμα ευνοεί μόνο όσους έμειναν πίσω.
Το πρόβλημα του ενοχλημένου
Αυτά που μας ενοχλούν κραυγάζουν τις αδυναμίες μας. Φάνηκε κι από τις αντιδράσεις που προξένησε το φετινό halftime show του Super Bowl: Οι περισσότερες αρνητικές κριτικές δεν είχαν να κάνουν με την ποιότητα του show, τα τραγούδια του Bad Bunny ή την απόδοσή του ως performer, αλλά με το ανοίκειο του περφόρμανς. Ο Bad Bunny δεν ήταν αρκετά Αμερικανός με τη στερεότυπη wasp έννοια, δεν θύμισε στους λευκούς θεατές τον εαυτό και τις προσλαμβάνουσές τους, τους έκανε να νιώσουν παράταιροι. Μήπως όμως δεν έφταιγε αυτός; Μήπως, σε ορισμένες περιπτώσεις, η μη συμπερίληψη είναι πρόβλημα του μη συμπεριληφθέντος;
Ανεύθυνοι, μα σοφοί
Σε ό,τι αφορά τα ελληνοτουρκικά, πολλοί απ’ όσους ερίζουν μεγαλοφώνως για τη δέουσα στάση του πρωθυπουργού απέναντι στον Ερντογάν κατά βάθος δεν θέλουν να εισακουστούν. Δεν είναι η συμπερίληψή τους στη διαμόρφωση της εθνικής στρατηγικής αυτό που επιδιώκουν, αλλά η εκ του ασφαλούς διατύπωση μιας άποψης ταυτόχρονα «τουρκοφαγικής» και λελογισμένης, που θα τους δικαιώσει ό,τι κι αν γίνει. Δεν θέλουμε πόλεμο, αλλά ούτε ενδοτισμό. Δεν θέλουμε την ταραχή που φέρνει η ενεργή διεκδίκηση, αλλά ούτε και τα ήρεμα νερά της στασιμότητας. Δεν θέλουμε πρωτοβουλίες, αλλά ούτε αδράνεια. Στην πραγματικότητα, θέλουν κάποιος άλλος να κάνει τη δουλειά κι αυτοί να κρίνουν, διατηρώντας το προνόμιο του αδαούς αμέτοχου.
Σύντροφοι ροκανιστές
Για κάποιους, η στομφώδης ασάφεια και τα «ναι μεν, αλλά» δεν είναι αδυναμία, αλλά τακτική. Επίκαιρο δείγμα της τακτικής αυτής είναι η δράση της εσωκομματικής αντιπολίτευσης του ΠΑΣΟΚ εναντίον του προέδρου – ένα σκωτσέζικο ντους που υποσκάπτει τον Ανδρουλάκη περισσότερο απ’ ό,τι θα τον υπέσκαπτε η ευθεία επίθεση: Η ανησυχία για τη βελόνα που δεν κουνιέται γίνεται στη συνέχεια μήνυμα ενότητας. Τα «υπάρχει πρόβλημα» γίνονται «πρόεδρε, δεν σε αμφισβητούμε». Η σαφής ρήξη θα ήταν θετική εξέλιξη, γιατί τουλάχιστον θα σηματοδοτούσε τη μετάβαση σε μιαν ορισμένη κατάσταση. Το υπόγειο ροκάνισμα, όμως, που καταφέρνει η ύπουλη εναλλαγή φιλίας και έχθρας είναι ο πιο βέβαιος δρόμος προς την αναξιοπιστία και την αβεβαιότητα.
