Αθόρυβες και ηχηρές μεταρρυθμίσεις

4' 23" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Εως την άνοιξη του 2026 θα έχει ολοκληρωθεί ο δημόσιος διάλογος για δύο μεγάλες μεταρρυθμίσεις που αποτελούν εύφλεκτο υλικό δημόσιων αντιπαραθέσεων: το Εθνικό Απολυτήριο και ο Ενιαίος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Φαίνεται παράδοξο, αλλά υπάρχουν μεταρρυθμίσεις που γίνονται χωρίς να λέγονται και άλλες που λέγονται χωρίς να γίνονται. Η πρώτη κατηγορία αφορά μεταρρυθμίσεις που, χωρίς να συζητηθούν ουσιαστικά, στην πράξη δρομολογήθηκαν, ενώ η δεύτερη κάποιες που συζητήθηκαν πολύ, αλλά δεν θεσπίστηκαν. Σε ένα τετραμερές ερμηνευτικό σχήμα που προτείνω εδώ, υπάρχουν δύο ακόμα κατηγορίες μεταρρυθμίσεων, αυτές που συζητήθηκαν και θεσπίστηκαν και εκείνες που ούτε συζητήθηκαν ούτε θεσπίστηκαν.

Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει αθόρυβες μεταρρυθμίσεις οι οποίες, ενώ έχουν αρχίσει εδώ και καιρό, δεν ανταποκρίνονται σε κάποιο συζητημένο μεταρρυθμιστικό σχέδιο. Παράδειγμα τέτοιας μεταρρύθμισης από το πεδίο της εκπαίδευσης είναι η θεαματική άνοδος του μορφωτικού επιπέδου του ελληνικού πληθυσμού. Ως μεταρρύθμιση δεν αντανακλούσε ενιαίο σχέδιο, αλλά ανταποκρίθηκε στη ζήτηση για περισσότερα ΑΕΙ και περισσότερες θέσεις στα ΑΕΙ. Οδήγησε έτσι, μεταξύ 2013 και 2023, σε μεγάλη αύξηση του ποσοστού αποφοίτων ΑΕΙ στην ηλικιακή ομάδα 25-34 ετών: από 37% σε 45% αυτής της ομάδας, ποσοστό κοντά στον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ (47%).

Αλλη έκφανση αυτής της αθόρυβης μεταρρύθμισης, πάλι χωρίς σχέδιο, είναι η αριθμητική «έκρηξη» των Προγραμμάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΠΜΣ). Μεταξύ 2016 και 2024 σχεδόν διπλασιάστηκαν (από 735 σε 1.328 ΠΜΣ), ενώ σήμερα στην Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης εκκρεμεί η πιστοποίηση 38 νέων ΠΜΣ. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις μεταρρυθμίσεων δεν έχει προηγηθεί ανάλυση συνεπειών. Δεν υπάρχει, λόγου χάρη, εκτίμηση για το αν η χώρα χρειάζεται 1.328 μεταπτυχιακά.

Στη δεύτερη κατηγορία, στις ηχηρές μεταρρυθμίσεις που λέγονται χωρίς να γίνονται, ανήκει το εθνικό απολυτήριο, που άρχισε να συζητείται την εβδομάδα που πέρασε. Είναι μια ηχηρή μεταρρύθμιση, καθότι ήδη πολυσυζητημένη. Ανακοινώθηκε το 1964 από τον Γεώργιο Παπανδρέου, με βάση σχέδιο του Ευ. Παπανούτσου, χωρίς να εφαρμοστεί ουσιαστικά, καθώς έπεσε στις Συμπληγάδες της περιόδου 1965-1966 και της επάρατης δικτατορίας του 1967. Την επανέφερε ο Γιώργος Α. Παπανδρέου το 1996, με βάση σχέδιο του Αλέξη Δημαρά, αλλά ούτε τότε δρομολογήθηκε. Τώρα, τριάντα χρόνια μετά, παραλλαγή της ίδιας μεταρρύθμισης επανέρχεται στον δημόσιο διάλογο. Αξίζει να συζητηθεί, καθώς η βιασύνη το εθνικό απολυτήριο να νομοθετηθεί γρήγορα ή να απορριφθεί προτού καν διαμορφωθεί σε νομοσχέδιο, είναι κακός σύμβουλος.

Η μεταρρύθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης, με βάση τον υπό εκπόνηση Ενιαίο Κώδικα Αυτοδιοίκησης, έχει συζητηθεί τουλάχιστον έξι μήνες μεταξύ πολιτικών, εμπειρογνωμόνων και εκπροσώπων της αυτοδιοίκησης. Στον βαθμό που δεν θα αφορά μόνο τον τρόπο εκλογής δημάρχων και περιφερειαρχών (σε μία Κυριακή, αντί σε δύο) και θα περιλαμβάνει σαφέστερη κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ κεντρικής, περιφερειακής και τοπικής διοίκησης, ο κώδικας θα αποτελέσει ηχηρή μεταρρύθμιση, γιατί αντίστοιχες προσπάθειες ανακατανομής αρμοδιοτήτων συζητιούνται τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1980. Ωστόσο, η ανακατανομή δεν είχε ευοδωθεί, παρά τη σύσταση αρμόδιων επιτροπών στο υπ. Εσωτερικών (τελευταία φορά το 2021).

Το εθνικό απολυτήριο ανακοινώθηκε για πρώτη φορά το 1964 από τον Γ. Παπανδρέου, χωρίς να εφαρμοστεί ουσιαστικά.

Η τρίτη κατηγορία των μεταρρυθμίσεων, δηλαδή εκείνων που είχαν συζητηθεί πολύ και τελικά θεσπίστηκαν, περιλαμβάνει πολλές. Μερικές από αυτές έχουν εδραιωθεί, παρότι μπορεί να καρκινοβατούν. Παράδειγμα είναι το ΕΣΥ (1983), η ανάγκη για το οποίο σήμερα δεν αμφισβητείται ούτε από τις πιο συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις. Αλλες όμως πολυσυζητημένες μεταρρυθμίσεις που έχουν θεσπιστεί δεν έχουν αποκτήσει αντίστοιχη νομιμοποίηση, δηλαδή ευρεία αποδοχή. Παραδείγματα από το πεδίο της τοπικής αυτοδιοίκησης είναι τα τοπικά δημοψηφίσματα, τα «Δημοτικά Συμβούλια Νέων» και τα «Συμβούλια Ενταξης Μεταναστών και Προσφύγων» στους δήμους.

Η τέταρτη και τελευταία κατηγορία περιλαμβάνει μεταρρυθμίσεις που ούτε έχουν συζητηθεί επαρκώς ούτε βέβαια έχουν θεσπιστεί. Παράδειγμα από το πεδίο της εκπαίδευσης είναι η αναδιάρθρωση του πανεπιστημιακού χάρτη της χώρας. Το 2013 είχαν λάβει χώρα συγχωνεύσεις τμημάτων διαφόρων ΑΕΙ μέσω έκδοσης 36 προεδρικών διαταγμάτων (σχέδιο «Αθηνά»), δηλαδή χωρίς τη δημοσιότητα της ψήφισης νόμων. Δεν συζητήθηκε πραγματικά αυτή η μεταρρύθμιση και ήταν αμφίβολης ουσίας. Ετσι σήμερα σε μια μάλλον μικρή χώρα, όπως η δική μας, υπάρχουν 25 ΑΕΙ τα οποία διαθέτουν 423 τμήματα εγκατεσπαρμένα σε 69 πόλεις.

Αλλη μεταρρύθμιση που δεν έχει προχωρήσει ούτε έχει συζητηθεί αρκετά, παρά κάποιες πρόνοιες του ν. 4926/2022 (π.χ. για τα «βιομηχανικά διδακτορικά»), είναι η μείωση της απόκλισης μεταξύ των τάσεων της απασχόλησης και των τάσεων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Το 2024 η ανεργία πτυχιούχων των ΑΕΙ έφτανε στο 7,3% των πτυχιούχων, ποσοστό διπλάσιο από τον μέσο όρο της Ε.Ε. (3,8%). Ταυτόχρονα, οι επιχειρήσεις αναζητούν κατάλληλους πτυχιούχους, αλλά δεν βρίσκουν.

Εν τέλει, αφήνοντας στην άκρη το ποιες μεταρρυθμίσεις πράγματι εφαρμόστηκαν, τι διακρίνει τις μεταρρυθμίσεις που θεσπίστηκαν, αθόρυβα ή ηχηρά, από τις υπόλοιπες που δεν θεσπίστηκαν; Κοινό γνώρισμα των πρώτων είναι η σύμπτωση ισχυρής και διαρκούς πολιτικής βούλησης για μεταρρύθμιση, καμιά φορά χωρίς σχέδιο, αλλά με κοινωνική αποδοχή της μεταρρύθμισης. Κοινά γνωρίσματα των μεταρρυθμίσεων που δεν δρομολογήθηκαν καν, είτε συζητήθηκαν είτε όχι, είναι η έλλειψη πολιτικού ενδιαφέροντος γι’ αυτές, η αδιαφορία ή η απουσία ενημέρωσης της κοινής γνώμης και –συχνά– η αντίσταση εκ μέρους οργανωμένων συμφερόντων, καθώς και της δημόσιας διοίκησης. Πάντως, δεν είναι όλες οι μεταρρυθμίσεις θετικές. Κάποιες μπορεί να είναι ανορθολογικές από οικονομικής άποψης ή κοινωνικά άδικες ή –το κυριότερο– βλαβερές για το δημόσιο συμφέρον. Κάθε μεταρρύθμιση που εμπίπτει σε μία από τις τέσσερις παραπάνω κατηγορίες θα άξιζε να αξιολογηθεί χωριστά ως προς το αν έγινε με σχέδιο, αν έτυχε κοινωνικής αποδοχής και αν τελικά ωφέλησε το δημόσιο συμφέρον.

*Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT