Ηταν στα τέλη του προηγούμενου αιώνα – Ιούνιος του 1998. Η τότε κυβέρνηση επιχειρούσε να ιδιωτικοποιήσει την Ιονική Τράπεζα, που ήταν θυγατρική της Εμπορικής. Οι συνδικαλιστές είχαν εισβάλει στη γενική συνέλευση των μετόχων και είχαν προπηλακίσει τα στελέχη της τράπεζας που η κυβέρνηση είχε διορίσει. ΠΑΣΟΚ εναντίον ΠΑΣΟΚ. Οι εφημερίδες της επόμενης ημέρας δημοσίευαν τη φωτογραφία του φυγαδευόμενου προέδρου της Ιονικής – ένας εύσωμος μυστακοφόρος τραπεζίτης με ξηλωμένα παντελόνια. Αν δεν διάβαζες τη λεζάντα, θα ήταν αδύνατον να τον ξεχωρίσεις από τους «ακτιβιστές» της ΟΤΟΕ, που τον είχαν μόλις «απολεπίσει». Η «ελίτ» δεν ξεχώριζε από τους «από κάτω». Ηταν οι δύο όψεις του ίδιου κρατικοδίαιτου συστήματος. Εξ ου και η μεταξύ τους σωματική οικειότητα.
Οι λέξεις αυτές –«ελίτ», «από κάτω»– έχουν πια μια άγρια φόρτιση. Το βλέπει κανείς στην παγκόσμια ανατριχίλα που προκαλεί το σκάνδαλο Επσταϊν. Η θέα στα απόκρυφα μιας διεφθαρμένης καμπάλα, που χαριεντίζεται και συναλλάσσεται, εκποιώντας ακόμη και «ανθρώπινο υλικό» για τις διασκεδάσεις της, βέβαιη για την «ασυλία» της, ξηλώνει και τα τελευταία ξέφτια νομιμοποίησης που είχαν απομείνει στο «σύστημα». Δεν πλήττεται ένα πρόσωπο ή ένα κόμμα. Αποδομείται ηθικοπολιτικά όλη η άρχουσα τάξη – η πολιτική και οικονομική ηγεσία, ακόμη και οι σταρ της διανόησης, ακόμη και οι «σόουμεν» της μοναρχίας.
Τι σημαίνει όμως «ελίτ»; Δεν ανήκει άραγε σε αυτήν και το παιδί από τη Στεμνίτσα που διορίστηκε σε κρατική τράπεζα, έβγαλε μετά το «πανεπιστήμιο» του συνδικαλισμού και εγκαταστάθηκε στην κορυφή του επί δύο δεκαετίες; Ποιος τραυματίζεται πολιτικά όταν αυτός, ο άχαρος παράγοντας, εμφανίζεται αποφασισμένος να γαντζωθεί στη θέση του, επιστρατεύοντας τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία που του την εξασφαλίζει ισοβίως; Τραυματίζεται άραγε μόνο το ΠΑΣΟΚ, από το οποίο προέρχεται; Ή μένει στον εμβρόντητο και κουρασμένο (τηλε)θεατή η εντύπωση ότι παρακολουθεί άλλη μία απολιθωμένη κεφαλή ενός συστήματος που έχει περιτοιχίσει τον εαυτό της μέσα σε ένα φρούριο ατιμωρησίας;
Μέσα σε αυτό το κοινωνικό κλίμα εκτυλίσσεται και η δημόσια αντιπαράθεση για το άρθρο 86 (η αριθμητική αναφορά του οποίου φτάνει στα αυτιά των περισσότερων πολιτών σαν κωδικοποιημένη ιδιόλεκτος του συστήματος). Μέσα σε ένα κλίμα γενικευμένης –και ριζοσπαστικής– καχυποψίας, όπου πολλές καταγγελίες –δικογραφίες και «δεσμεύσεις λογαριασμών»– αιωρούνται, χωρίς ποτέ να κατασταλάζουν σε ετυμηγορίες, οι παράγοντες του θιάσου σπαράσσονται για το ποιος έσκαψε βαθύτερα την τάφρο που προστατεύει την πολιτική από τη δικαιοσύνη.
Από τη μία, εμφανίζεται ως αναθεωρητική η κυβέρνηση που άσκησε προκρούστεια ερμηνευτική βία στο άρθρο 86, ξεχειλώνοντάς το και από τις δύο μεριές – της εξπρές παραπομπής, αλλά και της εξπρές απαλλαγής των στελεχών της, ανάλογα με το τι νόμιζε κάθε φορά ότι τη συμφέρει. Και από την άλλη, ως μοναδική στιβαρή αντιπολίτευση, εμφανίζεται ο οικοδεσπότης του πάλκου των συνταγματολόγων, που καθοδήγησε την αλλαγή του Συντάγματος πριν από δυόμισι δεκαετίες, χωρίς πλέον να ξεχωρίζει στον λόγο του ο ρεβανσισμός από τη θεσμική εσχατολογία.
Η «αναθεώρηση» προβάλλει έτσι ως ψιλός ευφημισμός για το παίγνιο της ελίτ. Το σύστημα κυνηγάει την ουρά του.
Σκαλίσματα
«Ο Τσίπρας έδωσε (στον ΠτΔ) την εντύπωση ότι δεν βιάζεται…». Αυτό δεν είναι Προεδρία. Είναι η ύπατη παραπολιτική στήλη.
Κατς
Υπάρχει μια αγενής άμιλλα μεταξύ τοξικών πρωταθλητών. Τώρα που ο Πολάκης έχει περιπέσει σε αφλογιστία, σαν αζήτητο σαράβαλο στη μάντρα της Κουμουνδούρου, ο Αδωνις Γεωργιάδης όφειλε να βρει νέο παρτενέρ στο ρινγκ. Βρίσκει το τοξικό του ταίρι στη Ζωή Κωνσταντοπούλου, που τροφοδοτεί το ντεπόζιτο της δημοσιότητάς του με όση χολή χρειάζεται για να κυριαρχεί στα τηλεπαράθυρα και τα ψηφιακά μέσα. Είναι ένας κλάδος της πολιτικής που αυτονομείται και αναπτύσσεται σαν υποείδος της βιομηχανίας του θεάματος. Κάτι σαν το αμερικανικό κατς, από το οποίο δεν μπορείς να πάρεις το βλέμμα σου, όχι επειδή το αίμα στην αρένα είναι πραγματικό, όσο επειδή το σικέ και το γκροτέσκο δεν έχουν καν τη χρεία μιας καλής σκηνοθεσίας. Είναι κι αυτό ένα ταλέντο, όχι αμελητέο. Να μπορείς δημοσίως να πεις οτιδήποτε χωρίς να ντρέπεσαι.

