Αν μια σύγχρονη δημόσια ομιλία μπορεί να χαρακτηριστεί «ιστορική», τότε η ομιλία του πρωθυπουργού του Καναδά στο πρόσφατο φόρουμ του Νταβός ανήκει δικαίως σε αυτήν την κατηγορία. Με την παρέμβασή του ο Μαρκ Κάρνεϊ –ένας κατεξοχήν τεχνοκράτης πολιτικός, πρώην διοικητής της Τράπεζας του Καναδά και, πρωτύτερα, της Τράπεζας της Αγγλίας– επιβεβαίωσε το τέλος βεβαιοτήτων δεκαετιών στη φιλελεύθερη Δύση και άνοιξε, με τρόπο επίσημο και σαφή, τη συζήτηση που θα καθορίσει το μέλλον της παγκόσμιας τάξης. «Βρισκόμαστε εν μέσω μιας ιστορικής ρήξης», είπε, προσθέτοντας ότι «δεν υπάρχει επιστροφή στο παρελθόν». Ομως, αυτή η συνειδητοποίηση, συνέχισε, δεν πρέπει να οδηγήσει σε θρήνο ή μελαγχολία, καθώς, απλούστατα, «η νοσταλγία δεν αποτελεί στρατηγική». Αντιθέτως, μέσα από το ίδιο το ρήγμα, κατέληξε, οφείλουμε να οικοδομήσουμε «κάτι μεγαλύτερο, καλύτερο, ισχυρότερο και δικαιότερο».
Ποιοι, όμως, θα αναλάβουν το εγχείρημα της οικοδόμησης του νέου μέσα από το ρήγμα; Για τον Κάρνεϊ, θα είναι οι «μεσαίες δυνάμεις» του φιλελεύθερου κόσμου –χώρες όπως ο Καναδάς και τα ευρωπαϊκά κράτη– που διαθέτουν τόσο την ικανότητα όσο και τη θεσμική ωριμότητα να ενεργήσουν βάσει αρχών. Δρώντας συλλογικά, αυτές οι χώρες μπορούν να συμβάλουν στη συγκρότηση μιας νέας διεθνούς τάξης που δεν θα προϋποθέτει αναγκαστικά τη συμμετοχή, πόσο μάλλον την ηγεμονία, των ΗΠΑ. Διότι, όπως κατέληξε με μια φράση που συμπυκνώνει τη στρατηγική τους αγωνία, αν οι μεσαίες δυνάμεις δεν καθίσουν ισότιμα στο τραπέζι με τις μεγάλες, αργά ή γρήγορα θα καταλήξουν να αποτελούν το μενού.
Ενας τρόπος να κατανοήσουμε τη σημερινή συγκυρία είναι να αναστοχαστούμε τη φύση της μεταπολεμικής αμερικανικής ηγεμονίας. Αυτή δεν έμοιαζε τόσο με μια αποκεντρωμένη αυτοκρατορία, όπως για παράδειγμα το ρωμαϊκό imperium, όσο με ένα τυπικό μεσαιωνικό σύστημα μοναρχικής επικυριαρχίας πάνω σε αυτόνομα φέουδα. Ο κυρίαρχος ηγεμόνας δεν διοικούσε ο ίδιος τα φέουδα, αλλά παρείχε στρατιωτική προστασία και ασφάλεια, έθετε τους κανόνες της «διεθνούς» συμπεριφοράς ανάμεσα στους υποτελείς φεουδάρχες και απαιτούσε πίστη και συνεισφορές. Αντιστοίχως, οι ΗΠΑ παρείχαν επί δεκαετίες στον δυτικό κόσμο στρατιωτική ασφάλεια (ΝΑΤΟ, στρατιωτική και πυρηνική ομπρέλα) και διαμόρφωναν τους θεσμούς και τις σταθερές του διεθνούς συστήματος (με μέσα όπως ο ΟΗΕ, το νόμισμα, οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, οι κυρώσεις). Ως αντάλλαγμα, οι σύμμαχες χώρες, οι οποίες εν τω μεταξύ είχαν ήδη απολέσει τη στρατηγική τους αυτονομία, όφειλαν πολιτική ευθυγράμμιση προς τα αμερικανικά συμφέροντα. Το σύστημα λειτούργησε όσο η Ουάσιγκτον, αυτοδεσμευόμενη, επεδείκνυε αυτοσυγκράτηση. Οταν η τελευταία έπαψε να υπάρχει, η «ρήξη» στην οποία αναφέρεται σήμερα ο Κάρνεϊ έγινε αναπόφευκτη: η προστατευμένη εξάρτηση μετατράπηκε σε επισφαλή εξάρτηση – άρα σε πρόβλημα επιβίωσης για όσους δεν διαθέτουν αυτόνομη ισχύ.
Τι μπορούν να κάνουν οι φιλελεύθερες μεσαίες δυνάμεις υπό τα νέα δεδομένα; Σε αυτό ακριβώς το σημείο παρεμβαίνει η ευρωπαϊκή συζήτηση. Πριν από λίγες μέρες ο Μάριο Ντράγκι, πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας και πρόεδρος της ΕΚΤ, μιλώντας στο Πανεπιστήμιο της Leuven στο Βέλγιο υποστήριξε ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να παραμείνει μια απλή συνομοσπονδία κρατών με κοινή αγορά, αλλά χωρίς κοινή πολιτική και άμυνα. Το ζητούμενο είναι η μετάβαση στην ομοσπονδία. Εκεί όπου οι χώρες λειτουργούν με ομόσπονδο τρόπο –στο εμπόριο, στην ενιαία αγορά, στη νομισματική πολιτική– η Ενωση αντιμετωπίζεται ως παγκόσμια δύναμη. Αντιθέτως, εκεί όπου κυριαρχεί το εθνικό βέτο –κυρίως σε άμυνα, βιομηχανική και εξωτερική πολιτική– η Ενωση εμφανίζεται ως χαλαρή συνάθροιση κρατών μεσαίου ή μικρού μεγέθους, ανίκανη να ανταγωνιστεί τις μεγάλες δυνάμεις.
Εκεί όπου κυριαρχεί το εθνικό βέτο, η Ενωση είναι ανίκανη να ανταγωνιστεί τις μεγάλες δυνάμεις.
Και μια που ξεκινήσαμε από μια ομιλία στο ελβετικό Νταβός, η ιστορία της παλαιάς ελβετικής ομοσπονδίας υπενθυμίζει ότι η συλλογική αυτονομία δεν προκύπτει από αγαθές προθέσεις, αλλά από αποφάσεις που διαρρηγνύουν παλιούς δεσμούς και συγκροτούν νέους. Στα τέλη του 13ου αιώνα, μικρά και ανεξάρτητα κρατίδια –τα γνωστά καντόνια– εγκλωβισμένα ανάμεσα στις μεγάλες μοναρχίες της Γαλλίας και των Αψβούργων, είχαν πλήρη επίγνωση ότι η παλαιά τάξη δεν επρόκειτο να τα προστατεύσει και ότι η νοσταλγία για έναν καλοπροαίρετο επικυρίαρχο δεν συνιστούσε στρατηγική. Επέλεξαν, έτσι, να συγκροτήσουν μεταξύ τους μια συνομοσπονδία που έμοιαζε με νέο ενιαίο κράτος. Σε ζητήματα εξωτερικών σχέσεων, ειδικά, η διαβούλευση μεταξύ των μελών ήταν υποχρεωτική. Η επιλογή αυτή αποδείχθηκε πολιτικά επιτυχής, κυρίως επειδή συνοδεύτηκε από την υιοθέτηση νέων διοικητικών και στρατιωτικών πρακτικών, επιτρέποντας στα ομόσπονδα κρατίδια να σχηματίσουν το ελβετικό έθνος κι έτσι να επιβιώσουν σε έναν κόσμο ωμής και αδυσώπητης ισχύος.
Το αν η Ευρώπη θα μετατρέψει τη δική της ρήξη σε θεμέλιο ενός νέου πολιτικού οικοδομήματος ή θα αρκεστεί στη διαχείριση της παρακμής της, παραμένει ανοιχτό. Η πρόσφατη ενιαία στάση των κρατών-μελών της Ε.Ε. στο ζήτημα της Γροιλανδίας έδειξε ότι, όταν αναδύεται μια κοινή απειλή, η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δεν είναι μύθος αλλά δυνατότητα. Το πρόβλημα είναι ότι η Ιστορία κινείται με ορμή και σπανίως περιμένει.
*Ο κ. Τάκης Σ. Παππάς είναι συγγραφέας του βιβλίου «Εξηγώντας τον Τραμπ» (εκδ. Πατάκη).

