Οταν βλέπεις αγώνα βόλεϊ, σίγουρα θ’ ακούσεις μια ντουζίνα φορές το φρασίδιο «καμπανάκι κινδύνου για την ομάδα δείνα». Κάθε ειδικότητα με το ιδιόλεκτό της και τα αναπόφευκτα κλισέ της. Πότε λοιπόν ακούγεται το καμπανάκι; Οταν πάει για σερβίς ένας ή μία σέρβερ με εξαιρετική ικανότητα στο χτύπημα αυτό, συνήθως ο διαγώνιος ή η διαγώνια.
Είδατε πώς με τον αναβιβασμό ή τον καταβιβασμό του τόνου κερδίζουμε λέξεις, που ενώ μοιάζουν παρόμοιες, διχάζονται νοηματικά; Το «σερβίς», γαλλικό δάνειο, είναι του βόλεϊ. Το «σέρβις», εισαχθέν από την αγγλική, είναι των συνεργείων αυτοκινήτων. Μια φορά κι έναν καιρό, ο μεν «κεραυνοβόλος» δήλωνε τον εξακοντίζοντα κεραυνούς (η σημασία «αυτός που επιπίπτει σαν κεραυνός» είναι νεότερη), ο δε «κεραυνόβολος» προσδιόριζε τον κεραυνόπληκτο. Ιδού. Αντί να δηλώνουμε συννεφοπεσόντες κάθε λίγο και λιγάκι, ας δηλώνουμε κεραυνόβολοι. Αφού παραγλωσσολογούμε, ας ξαναματαπώ εδώ ότι ο πετοσφαιρικός «διαγώνιος» έχει το θηλυκό του, και δεν είναι «η διαγώνιος» αλλά «η διαγώνια». Οπως έχει το θηλυκό του «ο φουνταριστός» στο πόλο, και δεν είναι «η φουνταριστός», όπως κατά κόρον ακούμε στις αθλητικές μεταδόσεις. «Η φουνταριστή» είναι. Το να τσακωνόμαστε για τα θηλυκά άλλων ειδικοτήτων, κάπως «δύστροπων», έχει την εξήγησή του, γλωσσική, κοινωνική και ιδεολογική. Οταν όμως η λύση είναι μπροστά στα μάτια μας, ας μην «πικραίνουμε την ακοή μας», καταπώς θα έλεγε (ίσως) ο Εμμανουήλ Ροΐδης, παραμένοντας αιχμάλωτοι μιας πατριαρχικής ή αρρενοπρεπούς παραγραμματικής. Και, παρακαλώ σας, ω ΕΡΤαρχοι, ας μη συνεχίζετε να πικραίνετε και την όρασή μας, επιμένοντας να γράφετε στις μπασκετικές μεταδόσεις εκείνο το τραγελαφικά λαθεμένο «εντός πεδιάς». Η παιδιά, της παιδιάς είναι. Δεν παίζουν δα σε πεδιάδα οι καλαθοσφαιριστές μας.
Αδιαφορία
Είναι κι αυτό συστατικό της παράδοσής μας: τα «καμπανάκια κινδύνου» σπανίως τα προσέχει το αυτί μας, το προσωπικό και το συλλογικό. Οσο επίμονα κι αν είναι, όσο ηχηρά, τα συνηθίζει κανείς και τα προσπερνάει. Οπως συνήθισε να γυρίζει πλευρό, όταν ακούει νυχτιάτικα τον αφυπνισθέντα συναγερμό κάποιου αυτοκινήτου.
Δεν χτυπάει κάθε Μάιο ή Ιούνιο το «καμπανάκι κινδύνου», ώστε να πάρουμε τα μέτρα μας ενόψει των μοιραίων πυρκαγιών; Χτυπάει και παραχτυπάει. Κι εμείς (εδώ πρόκειται για το κυβερνητικό «εμείς», ταυτισμένο με το πρωθυπουργικό «εγώ») ανακοινώνουμε με περήφανο χαμόγελο στην έναρξη της αντιπυρικής περιόδου ότι «φέτος είμαστε προετοιμασμένοι καλύτερα από ποτέ». Στο τέλος, με το ίδιο χαμόγελο, σήμα κατατεθέν μας, γνωστοποιούμε ότι «φέτος κάηκαν λιγότερα δασικά στρέμματα, δοξάστε μας»· από το περυσινό διακοσαχίλιαρο, λ.χ., κατεβήκαμε στα 195.000 αποτεφρωμένα στρέμματα. Οπότε εμείς (εδώ πρόκειται για το δυσεύρετο, αν όχι ανεύρετο, πρώτο πληθυντικό πρόσωπο των πολιτών) χτυπάμε το κεφάλι μας στον τοίχο, που έχει αποκτήσει τα σημαδάκια του από τις προηγούμενες βίαια αυτοσωφρονιστικές επαφές μας μαζί του, και κόβουμε την ψηφοδότρια χείρα μας. Που, ω του θαύματος, ξαναφυτρώνει όταν βρισκόμαστε και πάλι μπροστά στην κάλπη, και προσφέρει ευλαβικά το ψηφοδέλτιό της «στα δικά μας παιδιά»· τα τζιμάνια μας.
Μήπως με τις πρώτες σταγόνες της βροχής –όχι σεπτεμβριανές πια, αλλά οκτωβριανές, αν όχι νοεμβριανές– δεν ακούγονται χιλιάδες καμπανάκια κινδύνου, τα ίδια που είχαν ακουστεί ματαίως και πέρυσι και πρόπερσι; Ακούγονται και παραακούγονται. Αλλά ο ήχος τους, και πάταγος αν είναι, δεν σημαίνει πολλά για τους παραλήπτες του μηνύματος: υπουργούς, υφυπουργούς (35 τον αριθμό, προς ικανοποίηση κάθε φράξιας, φατρίας ή ισχυρής οικογένειας, συνηθισμένης να άρχει), γενικούς γραμματείς και ειδικούς φαρισαίους, περιφερειάρχες, δημάρχους, κοινοτάρχες. Και πολίτες, «απλούς πολίτες», που έχουμε, θα ‘πρεπε να έχουμε, τις εξαιρετικά απλές υποχρεώσεις μας· τις ευθύνες μας.
Του χρόνου θα ξαναχτυπήσουν τα καμπανάκια πάνω από μπαζωμένα ρέματα και φρεάτια παρατημένα στη μοίρα τους, φισκαρισμένα από τα μυριάδες μικροπράγματα που πετάμε ανέμελα στον δημόσιο χώρο, που τον εννοούμε σαν τεράστιο σκουπιδοντενεκέ.
Πνίγεται έπειτα από την εγκαίρως προαναγγελθείσα καταιγίδα η μια ή η άλλη περιοχή, αγροτική ή αστική, η Θεσσαλία ή η Γλυφάδα, χάνονται άνθρωποι, αλλά το πρώτο που σκέφτονται όσοι συλλαμβάνονται επ’ αυτοφώρω γυμνοί από κάθε στολή ευθύνης, όσοι όφειλαν να δράσουν πλην αδράνησαν, είναι να δακτυλοδείξουν τον διπλανό ή τον ανώτερό τους: «Αυτός φταίει, εγώ δεν είχα αρμοδιότητες ούτε κονδύλια». Και βγαίνουν έπειτα τα μαχαίρια, αδελφικά ή συντροφικά, κι όλο και κάποιο κομμάτι αλήθειας καταφέρνει να βγει στο φως: για κονδύλια που διασπαθίστηκαν, για απευθείας αναθέσεις έργων σε «δικά μας παιδιά», για προγράμματα επιδοτούμενα από την Ευρωπαϊκή Ενωση που χάθηκαν, επειδή η γραφειοκρατία μας αγρόν ηγόραζε, να τον νοικιάσει σε «Φραπέδες».
Ριάλιτι και άλλα…
Ούτε βδομάδα δεν κρατάει, όμως, ο ντόρος και η «συγκίνηση». Ερχεται μια νέα τραγωδία (συνήθως προδιαγεγραμμένη) ή ένα νέο σκάνδαλο κατάχρησης εξουσίας και το «δημόσιο ενδιαφέρον» μετατοπίζεται. Ωσπου να στρογγυλοκάτσει και πάλι στον καναπέ της χαύνωσης, μπροστά στην οθόνη που παίζει ριάλιτι, πολλά ριάλιτι, και κερδοφόρα παιχνίδια, πολλά παιχνίδια, και αθλητικά, πολλά αθλητικά. Του χρόνου θα ξαναχτυπήσουν τα καμπανάκια πάνω από μπαζωμένα ρέματα και φρεάτια παρατημένα στη μοίρα τους, φισκαρισμένα από τα μυριάδες μικροπράγματα που πετάμε ανέμελα στον δημόσιο χώρο, που τον εννοούμε σαν τεράστιο σκουπιδοντενεκέ. Ε, αφού θα ξαναχτυπήσουν, γιατί να σκοτιστούμε τόσον καιρό πριν για κάτι που δεν θα μας σκοτίσει όταν θα συμβεί; Ενας ακόμα «νόμος του Μέρφι»…
Για να μετακινηθούμε στο οικουμενικό πεδίο, φαίνεται ότι η παράδοση αδιαφορίας για το κατεπείγον σήμα που εκπέμπουν τα καμπανάκια κινδύνου δεν είναι αποκλειστικά ελληνική. Τη μοιράζονται σχεδόν όλα τα έθνη, και προπάντων τα «αναπτυγμένα». Το SOS που μας στέλνει δεκαετίες τώρα το Ρολόι της Αποκάλυψης (ή της Συντέλειας) δεν εκπέμπεται από κάποιο καμπανάκι, αλλά από τετρακόσια σήμαντρα κι εξήντα δύο καμπάνες. Το 1947, όταν οι ατομικοί επιστήμονες πρωτορύθμισαν το Ρολόι, τρομαγμένοι από την ανάλωση μυριάδων ανθρώπων στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι, απείχαμε εφτά λεπτά από τα μεσάνυχτα του ανθρωπογενούς ολέθρου του πλανήτη.
Το 1991 πετύχαμε σαν ανθρωπότητα τα δεκαεφτά λεπτά απόσταση, όταν ΗΠΑ και ΕΣΣΔ υπέγραψαν τη Συμφωνία για τη Μείωση των Στρατηγικών Οπλων. Στις 24/1/2018, όμως, οι επιστήμονες μετέφεραν τον δείκτη στα δύο λεπτά από τα μεσάνυχτα, τρομοκρατημένοι από την επιθετική ρητορική δύο πυρηναρχών, του Βορειοκορεάτη Κιμ Γιονγκ Ουν και του Ντόναλντ Τραμπ. Και μόλις προχθές, στις 27/1, ρύθμισαν το Ρολόι στα 85 δευτερόλεπτα από τη συντέλεια, λόγω πυρηνικών απειλών, κλιματικής κρίσης και πιθανής κακόβουλης χρήσης των νέων τεχνολογιών. Πιο κοντά από ποτέ.
Ζωή να ‘χουμε, θα συνεχίσουμε την επόμενη Κυριακή.

