Ειπώθηκαν πολλά πέρυσι, στις εκδηλώσεις για τα πενηντάχρονα του Συντάγματος. Υπογραμμίστηκε με έμφαση ότι παρά τους μεγάλους κλυδωνισμούς, ειδικώς την περίοδο της κρίσης, η Δημοκρατία άντεξε. Βεβαίως θεσμικές κουτσουκέλες πάντα γίνονταν· κορυφαία εκείνη του ΠΑΣΟΚ όταν, το 1985, βάφτισε «ομοιόμορφα» τα ανομοιόχρωμα ψηφοδέλτια στην εκλογή στην Προεδρία του Χρήστου Σαρτζετάκη.
Το Σύνταγμα όμως άντεξε, πρωτίστως επειδή ήταν νωπή η εμπειρία της δικτατορίας. Από τη μια μεριά ήταν ισχυρή η Αριστερά, η οποία παρ’ όλο που είναι ιδεολογικώς τσακωμένη με την «αστική» (όπως τη λένε) Δημοκρατία, χρειαζόταν τις συνταγματικές εγγυήσεις των δικαιωμάτων, μην τυχόν και ξαναβρεθούν στα ξερονήσια. Η δε ιδεολογική της ηγεμονία κατέβασε το δημοκρατικό αίτημα σε όλο τον λαό. Από την άλλη υπήρχε μια αστική ελίτ που είχε στενούς δεσμούς με τη φιλελεύθερη Δύση. Είχε, επίσης, την εμπειρία της εκτροπής του 1967 και πώς οδηγηθήκαμε σε αυτή. Ολοι οι πολιτικοί –πλην της άκρας Δεξιάς– ώμνυον στο δημοκρατικό κεκτημένο και το φύλαγαν σαν τα μάτια τους, ακόμη κι όταν αυτό ακουγόταν αστείο, όπως το «δεν θέλω ου» του Γεωργίου Ράλλη.
Μετά το 2000 αναδεικνύονται νέες ηγεσίες, οι οποίες αφενός δεν έχουν βιώματα της δικτατορίας και ούτε την πολιτική παιδεία των παλαιότερων. Στον ΣΥΡΙΖΑ κυριάρχησε η χαχαμπούχα κινηματική λογική και η Αριστερά από φρουρός του δημοκρατικού κεκτημένου άρχισε να μετατρέπεται σε πολέμιό του. Η μετάλλαξη είναι εμφανής στην αντίδραση του Λεωνίδα Κύρκου κατά τα επεισόδια για τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Ο ιστορικός ηγέτης διάβασε στην «Αυγή» ένα σχόλιο που έγραφε «Ω έλατο, ω έλατο, τι ωραία που αρπάζεις. Η Βουλή απέχει μόλις ένα ντου». «Ξαφνικά», γράφει η κ. Αλίκη Χατζή, «έσκισε την εφημερίδα κι άρχισε να πετά τα κομμάτια της δεξιά αριστερά, φωνάζοντας: Ως εδώ! Αυτό είναι ύβρις! Προσβολή! Ντρέπομαι για λογαριασμό τους!» (Λεωνίδας Κύρκος, «Η τελευταία μάχη», εκδ. Επίκεντρο).
Ο εκφυλισμός του μεταπολιτευτικού κεκτημένου επιταχύνθηκε την περίοδο του «αντιμνημονίου», όταν τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ δικαιολογούσαν κάθε χουλιγκανισμό και βιαιοπραγία σαν «έκφραση της γνήσιας Δημοκρατίας», αλλά –όλως παραδόξως– επιβραδύνθηκε μετά τη νίκη στις εκλογές. Βεβαίως, επί ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ υπήρξαν απόπειρες άλωσης των θεσμικών αντιβάρων («αρμών της εξουσίας», πολλακιστί), με κορυφαία την προσπάθεια ελέγχου των ΜΜΕ (2016), αλλά έκαναν πίσω.
Ακούγεται παράδοξο, αλλά ο εκφυλισμός άρχισε να επιταχύνεται επί των ημερών της νυν κυβέρνησης. Είχαμε το κορυφαίο σκάνδαλο των υποκλοπών πολιτικών αντιπάλων, θανάσιμο αμάρτημα σε κάθε δυτική δημοκρατία. Δευτερογενώς υπάρχει το σκάνδαλο της διερεύνησής του από τον Αρειο Πάγο, αφού τώρα σε ένα απλό πλημμελειοδικείο αποκαλύπτονται πράγματα και θάματα που η πρώτη έρευνα αμέλησε να ψάξει. Η Βουλή για πρώτη φορά στη Μεταπολίτευση λειτουργεί με λιγότερους από 300 βουλευτές. Είδαμε τον τραγέλαφο της Εξεταστικής για τα Τέμπη, το κοινοβουλευτικό όργιο του καλοκαιριού με τις επιστολικές (και κατά τα άλλα «μυστικές») ψήφους. Υπήρξαν πάμπολλες αήθεις επιθέσεις σε Ανεξάρτητες Αρχές. Φτάσαμε μέχρι να νομοθετούν υπουργοί για να εξυπηρετήσουν συγκεκριμένα πρόσωπα.
Η επιτάχυνση του εκφυλισμού δεν οφείλεται στον τραμπικό ιό, αν και κάποια κυβερνητικά στελέχη έχουν προσβληθεί. Το θέμα είναι ότι «και ο άγιος αντιπολίτευση θέλει». Οι θεσμικές εκτροπές του παρελθόντος φρέναραν από μια συγκροτημένη αντιπολίτευση, από τη Δικαιοσύνη που έκανε το καθήκον της, και ΜΜΕ που είχαν φωνή. Οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ δεν είχαν καλές προθέσεις, αλλά σεβάστηκαν την απόφαση του ΣτΕ για τις τηλεοπτικές άδειες, όταν η νυν κυβέρνηση περιφρονεί την απόφαση του ίδιου δικαστηρίου για την ενημέρωση του κ. Νίκου Ανδρουλάκη σχετικώς με τις υποκλοπές. Τώρα η αντιπολίτευση είναι σκόρπια, τα ΜΜΕ εν πολλοίς άφωνα, όσο για τη Δικαιοσύνη…

