Τέσσερις τη νύχτα. Βάρδια στους φούρνους. Δεκατρείς εργάζονται στο εργοστάσιο. Πέντε δεν γύρισαν σπίτι την αυγή. Μάθαμε για τον κρότο που ακούστηκε μέχρι τα Τρίκαλα. Είδαμε το ανατιναγμένο κουφάρι του εργοστασίου, τους σωλήνες στα έγκατά του, τα «αδήλωτα υπόγεια». Ακούσαμε να περιγράφεται και να εξονυχίζεται προανακριτικώς η θανάσιμη έκρηξη – η τελευταία στιγμή των πέντε γυναικών. Αλλά τι ξέρουμε για τις ζωές τους; Τι άλλο, παρεκτός ότι κολλούσαν ένσημα βαρέα, στη μέση του κάμπου, βράδυ Κυριακής, ξημέρωμα Δευτέρας;
Το ματς ήταν την Πέμπτη. Η παρέα όμως είχε ξεκινήσει πρωί της Τρίτης από την Αλεξάνδρεια Ημαθίας για να διασχίσει όλη την Ευρώπη. Είδαμε και ξαναείδαμε και ξαναείδαμε και τον δικό τους θάνατο – τη σύγκρουση, το σκόρπισμα, τις λιωμένες λαμαρίνες. Αλλά, τι ξέρουμε γι’ αυτά τα παιδιά που διένυαν μόλις την τρίτη δεκαετία τους; Ξέρουμε μόνο σε ποιον «θεό» πίστευαν, ποια φανέλα συγκροτούσε τη φαντασιακή τους ταυτότητα και τον «σύνδεσμό» τους – τον κοινοτικό δεσμό τους. Ομως, τι άλλο συνιστούσε τις νεανικές ζωές τους; Πώς κυλούσαν, ώστε να μπορούν να διακοπούν για τρεις ημέρες στη μέση μιας εργάσιμης εβδομάδας, για ένα ταξίδι προς την κερκίδα του υπέροχου Τίποτα – δύο χιλιάδες χιλιόμετρα για να κυνηγήσεις την έκσταση και άλλα δύο χιλιάδες χιλιόμετρα για να γυρίσεις; Από πού είχαν ανάγκη να αποδράσουν για να πάρουν τέτοιο δρόμο;
Οι θάνατοι των γυναικών από τα Τρίκαλα και των οπαδών από τη Μακεδονία ανοίγουν για τον αποστασιοποιημένο καταναλωτή της πληροφορίας μια σχισμή, μέσα από την οποία γίνεται φευγαλέα ορατή μια άλλη χώρα. Είναι η χώρα που απλώνεται εκατέρωθεν της μέχρι πρότινος «μπλοκαρισμένης» εθνικής οδού. Η ενδοχώρα που μοιάζει ολοένα και περισσότερο να απομακρύνεται από το πολιτικό κέντρο, το οποίο υποτίθεται ότι αποφασίζει για τις τύχες της.
Δεν μπορεί κανείς να αποφύγει τον συνειρμό: Εχει άραγε ποτέ η υπουργός, που διατείνεται ότι «έχει τα ίδια δικαιώματα» με όλους τους πολίτες, αντικρίσει το σταχτένιο βλέμμα μιας γυναίκας όταν επιστρέφει από βάρδια στο εργοστάσιο, για να ξεκινήσει μια δεύτερη «βάρδια» στο σπίτι; Είναι μήπως πολύ λαϊκίστικο να φέρνει κανείς στη φαντασία του αντιμέτωπες δύο συνομήλικες Ελληνίδες – τη μία που διεκδικεί αυτάρεσκα το «δικαίωμα» να νομοθετεί ιδιωτικώς για τις προσωπικές της αντιδικίες και την άλλη που δεν έχει καν την πολυτέλεια να αγανακτήσει για τον τροχό των σισύφειων ημερών της;
Οχι, η ζωή της δεύτερης δεν έχει τίποτα ρομαντικό. Κανένα προλεταριακό ηρωισμό. Είναι μια πεζή ζωή, περίκλειστη, ξοδεμένη σε μια φρενήρη στασιμότητα. Εκείνη που τη διεκπεραιώνει, όλο κάτι τρέχει να προλάβει μέσα στην ακινησία – μέσα στο έρημο τέλμα της επαρχιακής κώμης, με έναν ισόβιο πονοκέφαλο. Δεν υπάρχουν πολλές διέξοδοι από αυτόν τον κύκλο, ούτε για την ίδια ούτε για τα παιδιά της. Τα παιδιά θα βαρεθούν γρήγορα. Θα ψάξουν κοντινή διαφυγή στην οπαδική «ενορία». Στη λατρεία της μπάλας.
Είναι λαϊκίστικο, πολύ λαϊκίστικο, να προσπαθεί να πιάσει κανείς το νήμα αυτών των μακρινών ζωών που κόπηκαν απότομα. Αλλά, αν δεν θέσουν οι «ελίτ» στον εαυτό τους τα ερωτήματα για τις ζωές των «άλλων», θα τα θέσουν και θα τα απαντήσουν μονοκόμματα οι επαγγελματίες λαϊκιστές. Οι παράκλητες κοσμοκαλόγριες, οι αυτόκλητοι εισαγγελείς και οι νταήδες.
Σπέκουλες
Το ΠΑΣΟΚ διαμαρτύρεται διαχρονικά: Γιατί ρωτάτε εμάς συνέχεια με ποιον θα συνεργαστούμε; Γιατί δεν ρωτάτε και τη Ν.Δ., που αυτή τη στιγμή μοιάζει δημοσκοπικά να απέχει παρασάγγας από την αυτοδυναμία, πώς σκοπεύει να δώσει διέξοδο διακυβέρνησης; Τι ακριβώς θα κάνει; Θα μας εξαντλήσει στις αλλεπάλληλες εκλογές μέχρι να υποκύψουμε και να την ψηφίσουμε λόγω απόγνωσης; Εχουν δίκιο στο ΠΑΣΟΚ. Δεν είναι μόνο εκείνοι σε στρατηγική αμηχανία. Ολόκληρο το πολιτικό σύστημα φαίνεται να υπνοβατεί προς ένα προδιαγεγραμμένο αδιέξοδο. Κανένα κόμμα –υπαρκτό ή κυοφορούμενο– δεν είναι σε θέση να περιγράψει μια επόμενη ημέρα, πέρα από ευχολόγια. Ακόμη κι εκείνοι που, θεωρητικά, θα μπορούσαν να συμβάλουν σε μια κυβερνητική λύση, εργάζονται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Σκάβουν ολοένα βαθύτερα την τάφρο που τους χωρίζει, καθιστώντας αδιανόητη την υπέρβασή της την ώρα της ανάγκης. Γι’ αυτό και κάποιοι ήδη σπεκουλάρουν στο σενάριο ότι οι δεύτερες εκλογές δεν θα γίνουν με τους ανταγωνιστές των πρώτων. Θα γίνουν με άλλα πρόσωπα. Σαν να μπορούσαν τα πρόσωπα να αναποδογυρίσουν μέσα σε ένα μήνα ένα σκηνικό που ξηλώνεται επί τέσσερα χρόνια.

