Δεν υπάρχει σωστός τρόπος να πενθείς. Ο καθένας έχει τον δικό του. Ισως δεν υπάρχει και τίποτε πιο προσωπικό –πιο σπλαχνικό– από το πένθος. Γι’ αυτό και η προσωπική τραγωδία δεν είναι ίδια με την εθνική. Μπορεί να αναφέρονται στο ίδιο γεγονός, αλλά δεν αποτελεί η δεύτερη προέκταση της πρώτης. Η προσωπική τραγωδία βιώνεται εσωτερικά, δεν υπακούει σε κοινωνικά μέτρα. Η εθνική τραγωδία όμως δεν μπορεί παρά να ακολουθήσει την οδό μιας πολιτικής επεξεργασίας· καταλήγει πάντα σε μια δίκη –με ή χωρίς εισαγωγικά–, σε μια θεσμική κάθαρση, προορισμένη να δώσει έλλογες απαντήσεις.
Τον Νίκο Πλακιά –που έχασε στο δυστύχημα των Τεμπών τις δίδυμες κόρες του, Χρύσα και Θώμη, και την ανιψιά του, Αναστασία– ένωσε με τη Μαρία Καρυστιανού το προσωπικό πένθος για το ίδιο ιστορικό γεγονός. Οι δρόμοι τους χώρισαν όμως όταν η οδύνη έγινε πολιτική διεκδίκηση – όταν η προσωπική τραγωδία ανέβηκε στη σκηνή για να λάβει παραστατική υπόσταση ως εθνική. Εκεί εκδηλώθηκε από πολύ νωρίς και η πολιτική τους διαφωνία. Δεν αναμετρήθηκαν τα πένθη τους. Αναμετρήθηκαν οι αντιλήψεις τους για το δίκαιο και τη διεκδίκησή του.
Ο Πλακιάς δεν συμφωνούσε με τις συναυλίες. Το θύμισε τώρα σε έναν από τους τελετάρχες, τον Φοίβο Δεληβοριά, που έσπευσε να αποδοκιμάσει την Καρυστιανού για τις δηλώσεις της περί αμβλώσεων. Ο επιδραστικός τραγουδοποιός δεν θέλει, όπως εξήγησε, να είναι «μπροστάντζα» σε «πράγματα τα οποία αντιμάχομαι από μικρό παιδάκι». Ο βάρδος τρόμαξε με τα κηρύγματα που ο ίδιος είχε ακομπανιάρει. Τρόμαξε με το πολιτικό μέγεθος που ο ίδιος βοήθησε να δημιουργηθεί.
Η προσωπική και η εθνική τραγωδία.
Ο Πλακιάς είχε πει πρόσφατα (σε συνέντευξή του στον Γιάννη Παπαδόπουλο για την «Κ») ότι έχει πάρει στα χέρια του το κατηγορητήριο των 1.200 σελίδων και το μελετά. Οτι ανυπομονεί για την ημέρα έναρξης της δίκης. Δεν παραιτήθηκε από την αξίωση της δικαστικής διαλεύκανσης του θανάτου των παιδιών του. Ούτε όμως ζήτησε να δικαστούν οι ίδιοι οι «διαβλητοί» δικαστές, να παρακαμφθεί το ακατάλληλο Σύνταγμα, να τιμωρηθεί η χώρα στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Δεν έκανε την οδύνη του θυμικό καύσιμο πολιτικής ατζέντας. Δεν εξέλαβε τη δυστυχία του ως ηθική νομιμοποίηση για να ανέβει στον άμβωνα.
Πολλοί φαίνεται μετανιώνουν για τη στάση που κράτησαν όταν φούσκωνε το κύμα της διαμαρτυρίας για τα Τέμπη. Το ερώτημα δεν είναι αν έσφαλαν πολιτικά – αν απέτυχαν να διακρίνουν τα πρώιμα σημάδια συντηρητικού ριζοσπαστισμού ή ναρκισσισμού στη σκηνή. Το ερώτημα είναι αν ο αντιπολιτευτικός ή ακτιβιστικός ζήλος τους βοήθησε τελικά τον σκοπό της διαλεύκανσης.
Ποιος βλάπτει τώρα περισσότερο την υπόθεση των Τεμπών; Ποιος αποπροσανατολίζει; Η υπόθεση σχεδόν ξεχάστηκε, επειδή, ξαφνικά, μιλάμε για τις αμβλώσεις.

