Στην κατακλείδα της συζήτησης για το αν «κερδίζουν πάντα οι ασαφείς» («Καθημερινή», 28.12.2025), γράφαμε ότι η ασάφεια μπορεί να λειτουργεί ως επιταχυντής στην εκκίνηση, όμως η διάρκεια κρίνεται σε δύο δοκιμασίες: οργάνωση πέρα από το πρόσωπο και ικανότητα των μεγάλων παικτών να αφαιρέσουν, πιο πειστικά, το θέμα που ανέδειξε τον νεοεισερχόμενο παίκτη. Το ενδεχόμενο ενός πολιτικού εγχειρήματος γύρω από τη Μαρία Καρυστιανού στην παρούσα συγκυρία δοκιμάζει ακριβώς αυτή τη λογική, αφού φαίνεται να προκαλεί θετική προδιάθεση σε ψηφοφόρους που κινούνται από διαφορετικά σημεία του ιδεολογικοπολιτικού φάσματος και συναντώνται κυρίως στη δυσπιστία απέναντι στο υπάρχον κομματικό σύστημα. Η αντιπαράθεση μετατοπίζεται σε κριτήρια ηθικής αξιοπιστίας, όπου το θολό σχήμα αποφεύγει το κόστος της εξειδίκευσης.
Η βιβλιογραφία για τους «πολιτικούς επιχειρηματίες» περιγράφει τους διεκδικητές ως διαταρακτικούς παίκτες που σπάνε την κυριαρχία των καθιερωμένων κομματικών brands με δύο κινήσεις: ανεβάζουν ένα νέο ή υποτιμημένο επίδικο στην κορυφή της ατζέντας και το πλαισιώνουν με λόγο που αμφισβητεί τη νομιμοποίηση των παραδοσιακών ελίτ (De Vries & Hobolt, 2020). Η ίδια προσέγγιση, όμως, είναι εξίσου απαιτητική για τους παλιούς κομματικούς παίκτες: όταν δεν απαντούν πειστικά στο επίδικο –ιδίως σε ζητήματα δικαιοσύνης, ασφάλειας και λογοδοσίας–, αφήνουν χώρο στον διεκδικητή να συγκεντρώνει εμπιστοσύνη χωρίς να έχει ακόμη πληρώσει το κόστος συγκεκριμένων θέσεων και οργανωτικών κανόνων.
Σε online έρευνα (People of Greece, 19-22/12/2025), οι πολίτες σκιαγραφούν ένα προφίλ για την Καρυστιανού γύρω από το τρίπτυχο δικαιοσύνης – πατριωτισμού – ενσυναίσθησης. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η ισχύς της δεν στηρίζεται μόνο σε καταγγελία, αλλά και σε μια εικόνα αξιοπιστίας και εγγύτητας. Αναπόδραστο ερώτημα για τα κόμματα της συστημικής αντιπολίτευσης είναι το πώς οφείλουν να τοποθετηθούν έναντι ενός νέου διαταρακτικού παίκτη με αυτά τα χαρακτηριστικά.
Αρχικά, είναι σημαντική η αποσύνδεση του αιτήματος από τον φορέα, όπως επίσης του ακροατηρίου από την ηγεσία του, χωρίς ωστόσο οι συστημικοί παίκτες να πέσουν στην παγίδα της περιφρόνησης ή στιγματισμού του ακροατηρίου. Η κατά μέτωπο επίθεση στο πρόσωπο, ιδίως όταν αυτό φέρει συμβολικό φορτίο, τείνει να επιβεβαιώνει ότι «το σύστημα δεν ακούει». Η αναγνώριση του αιτήματος πρέπει να προηγείται: δικαιοσύνη, ασφάλεια, λογοδοσία, κράτος που λειτουργεί με διαφάνεια. Μόνο πάνω σε αυτή τη βάση μπορεί να αρθρωθεί κριτική για τη μέθοδο και την επάρκεια του νέου αντιπάλου.
Δεύτερον, η θεματική αρμοδιότητα του νεοεισερχόμενου αφαιρείται μόνο με μετρήσιμες δεσμεύσεις εκ μέρους των συστημικών παικτών. Γενικές διακηρύξεις κατά της διαφθοράς δεν αρκούν. Χρειάζεται λιτή, πλην όμως συγκεκριμένη πρόταση εφαρμογής που να μπορεί να ελεγχθεί σε διάστημα λίγων μηνών. Στόχος δεν είναι η τεχνοκρατική επίδειξη, αλλά η παραγωγή ενός απλού μηχανισμού λογοδοσίας που αποδέχεται το πρόβλημα και αποδεικνύει ικανότητα υλοποίησης.
Ενα σκόπιμα ιδεολογικά θολό κόμμα τρέφεται από την ασυμμετρία: υψηλό ηθικό κεφάλαιο με χαμηλό κόστος δεσμεύσεων.
Η ασάφεια για τον νέο «πολιτικό επιχειρηματία» πρέπει, στη συνέχεια, να μετασχηματιστεί σε πολιτικό κόστος μέσω δεσμεύσεων, όπως ισχύει για όλα τα κόμματα. Οχι η αόριστη ερώτηση «έχετε πρόγραμμα;», αλλά συστηματικά, απτά ερωτήματα που επανέρχονται δημόσια μέχρι να απαντηθούν. Οσο αυτά παραμένουν αναπάντητα, η θολότητα παύει να είναι πλεονέκτημα.
Τέταρτον, στους συστημικούς παίκτες της αντιπολίτευσης, η ιδεολογία δεν πρέπει να εγκαταλείπεται γιατί αυτό εκλαμβάνεται ως αναξιοπιστία· πρέπει όμως να μεταφράζεται. Σε κοινά που δεν αυτοτοποθετούνται σταθερά στον άξονα αριστερά – δεξιά, η ιδεολογία μπορεί να μην είναι το πρώτο σημαίνον, λειτουργεί όμως ως κριτήριο ορίων: κράτος δικαίου, θεσμικά αντίβαρα, προστασία των αδυνάτων με κανόνες και όχι με εξαιρέσεις. Η συστημική αντιπολίτευση οφείλει να επιμείνει ότι δικαιοσύνη χωρίς διαδικασία παράγει νέες αδικίες και ότι λογοδοσία χωρίς θεσμούς καταλήγει σε προσωποκεντρική εξουσία.
Πέμπτον, οι συστημικοί παίκτες που ανταγωνίζονται για το ίδιο κοινό δεν πρέπει να πέσουν στην παγίδα της απαξίωσης του θολού αντιπάλου, ανασύροντας από το οπλοστάσιο την κατηγορία του λαϊκισμού. Οχι επειδή ο λαϊκισμός δεν υπάρχει, αλλά γιατί δεν αποτελεί «ρετσινιά» σε αυτά τα ακροατήρια και, κυρίως, δεν πρέπει η ύπαρξή του να υποκαθιστά την ανάγκη ανταγωνισμού μέσω επιχειρημάτων. Η σύγκρουση κερδίζεται όταν μεταφερθεί από το ύφος στο αποτέλεσμα. Από το «ποιος είναι καθαρός» στο «ποιος μπορεί να αλλάξει κάτι χωρίς να διαλύσει τους θεσμούς».
Ενα σκόπιμα ιδεολογικά θολό κόμμα τρέφεται από την ασυμμετρία: υψηλό ηθικό κεφάλαιο με χαμηλό κόστος δεσμεύσεων. Η συστημική αντιπολίτευση κερδίζει μόνο αν κλείσει αυτή την ασυμμετρία, αποδεικνύοντας ότι μπορεί να αφαιρέσει το επίδικο από τον νεοεισερχόμενο υιοθετώντας το πιο πειστικά, με κανόνες, χρονοδιάγραμμα και λογοδοσία. Εκεί επιβεβαιώνεται, τελικά, ότι οι ασαφείς δεν κερδίζουν πάντα· συχνά απλώς προηγούνται στην εκκίνηση. Εάν το θολό κόμμα λειτουργεί ως επιχείρηση πολιτικής καινοτομίας, το συστημικό κόμμα της αντιπολίτευσης οφείλει να λειτουργήσει ως επιχείρηση αξιοπιστίας. Οσο η σύγκρουση μένει στην αγανάκτηση, ο νεοεισερχόμενος έχει δομικό πλεονέκτημα. Οταν όμως η σύγκρουση μεταφερθεί στην ικανότητα οργάνωσης, στελέχωσης, κανόνων και υλοποίησης, η ασάφεια αρχίζει να κοστίζει.
*Η κ. Λαμπρινή Ρόρη είναι επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικής Ανάλυσης στο ΕΚΠΑ.

