Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες και αποκαλυπτικές δηλώσεις που έχουν γίνει για τον πιθανό σχηματισμό ενός νέου πολιτικού φορέα από τη Μαρία Καρυστιανού διατυπώθηκε λίγες ημέρες πριν από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο. «Δεν πρέπει ο συλλογικός πόνος», δήλωσε ο Παύλος Μαρινάκης, «να μετατρέπεται σε βατήρα για προσωπική πολιτική ανέλιξη». Ενδιαφέρουσα άποψη, που μου προκάλεσε αυθόρμητα την απορία: Γιατί; Γιατί δεν πρέπει ο συλλογικός ή και ο ατομικός πόνος να μετατραπεί σε βατήρα για πολιτική ανέλιξη; Και τι πρέπει, δηλαδή, να μετατρέπεται σε βατήρα για πολιτική ανέλιξη. Ποιο είναι το «σωστό» κίνητρο για να μπει κανείς στην πολιτική, κατά τη γνώμη του κ. Μαρινάκη, και των υπολοίπων εν ενεργεία πολιτικών; Ποιά είναι η αποδεκτή αφορμή; Υπάρχει άραγε ισχυρότερη από την προσωπική εμπειρία της κρατικής ανεπάρκειας, από το να έχεις ζήσει τη δυσλειτουργία και την ανικανότητα στο πετσί σου; Υπάρχει ευγενέστερο πράγμα από το να μετατρέπεις τον πόνο σε πράξη, απ’ το να σηκώνεις μανίκια και να αναλαμβάνεις δράση, για να εξασφαλίσεις ότι κανένας άλλος γονιός και κανένα άλλο παιδί δεν θα υποφέρει ξανά έτσι; Η δήλωση του κ. Μαρινάκη μάλιστα ήταν προβληματική επειδή στην Ελλάδα ζούμε. Όλες και όλοι ξέρουμε τους λόγους και τα κίνητρα όσων μπαίνουν στ’ αλήθεια στην πολιτική. Το να μετατρέπει κάποιος «σε βατήρα για πολιτική ανέλιξη» το ότι, για παράδειγμα, ο μπαμπάς του ήταν πολιτικός, ή το ότι έχει ζήσει όλη του τη ζωή μέσα στην τοξική φούσκα μιας κομματικής νεολαίας είναι ΟΚ, αλλά το ότι έχει βιώσει «συλλογικό πόνο» όχι; Στη χώρα μας μπαίνουν στην πολιτική ποδοσφαιριστές και ίνφλουενσερ για να φτιάχνουν content και/ή για να συνεχίσουν να τους αναγνωρίζουν στο δρόμο. Το ότι κάποιος έχει προσωπικό λόγο να προσπαθήσει για να αλλάξουν τα πράγματα μας φαίνεται ανοίκειο και λάθος;
Έχουμε πρόβλημα μεγάλο. Σας διαβεβαιώ πως αυτό που υποποτεύεστε διαβάζοντας εφημερίδες ισχύει: το πολιτικό μας προσωπικό είναι πολύ χαμηλού επιπέδου. Δεν φταίει κανένας άλλος, βεβαίως. Εμείς φταίμε. Καθρέφτης μας είναι. Απολύτως αντιπροσωπευτικό δείγμα. 44 φορές έχουμε ψηφίσει από τη μεταπολίτευση και μετά. Κάθε μία ήταν ευκαιρία να αναδείξουμε τους ικανότερους και τις ικανότερες, να επιβραβεύσουμε και να τιμωρήσουμε ανάλογα με τις γνώσεις, το μυαλό και την κρίση μας. Υπάρχουν αστερίσκοι για το πόσο ανεπηρέαστοι ήμασταν σε όλη αυτή τη διαδικασία, βέβαια, για το ρόλο των μίντια, για τη διαπλοκή, για όλα τα εμπόδια, σύμφωνοι -αλλά οι εκλογές ήταν ελεύθερες, αντιπροσωπευτικές και ανόθευτες. Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, όσα κι αν ήταν τα εμπόδια, εδώ και μισό αιώνα είχαμε ξανά και ξανά, σαραντατέσσερις φορές, την ευκαιρία να αναδείξουμε τους καλύτερους και τις καλύτερες ανάμεσά μας. Είχαμε και την ευθύνη. Δεν τα πήγαμε καλά.
Σήμερα το πολιτικό σκηνικό στην Ελλάδα (και αλλού, ασφαλώς, αλλά και στην Ελλάδα) είναι ένα αφόρητο, τοξικό περιβάλλον. Είναι φτιαγμένο έτσι ώστε να προσελκύει κυρίως συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού. Μάλιστα, αυτές τυχαίνει να περιλαμβάνουν ανθρώπους που κανονικά δεν θα έπρεπε να βρεθούν ποτέ και για κανένα λόγο κοντά σε θέσεις ευθύνης. Από nepo-babies με μηδαμινή εμπειρία ζωής μέχρι παθολογικά νάρκισσους, κι από εισοδηματίες με ναπολεόντειες τάσεις μέχρι διεφθαρμένους «παράγοντες». Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες που μπαίνουν στην πολιτική, όπως αυτή λειτουργεί σήμερα, χάνουν την ηρεμία τους, την οικογενειακή τους ζωή, την ελευθερία να ζουν σε έναν κόσμο όπου δεν τους βρίζουν 24 ώρες το 24ωρο άγνωστοι. Ποιος θέλει να πάει να μπλέξει εκεί μέσα; Πρέπει να είσαι ιδιαίτερη περίπτωση για να το επιδιώκεις. Οι εξαιρέσεις των ικανών και των φιλότιμων υπάρχουν, αλλά είναι σίγουρα λιγότερες από όσο χρειαζόμαστε.
Υπάρχουν τεράστια «red flags» στην περίπτωση της κυρίας Καρυστιανού. Πέρα από όσα ακούγονται για τους ανθρώπους που τη συμβουλεύουν και για τον κυοφορούμενο χαρακτήρα του νέο φορέα, και τα υπόλοιπα πρώτα, πρώιμα σημάδια δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικά. Η ηγεσία είναι πάνω από όλα συμβιβασμός, συγκερασμός και συνεργασία, το να μπορείς να εμπνεύσεις, να πείσεις και να ενδυναμώσεις άτομα για να δουλέψουν μαζί για ένα κοινό σκοπό. Αν δεν μπορείς να ηγηθείς μιας μικρής ομάδας ανθρώπων -και μάλιστα, ήδη ενωμένων από κάτι τεράστιο, και με ένα πολύ συγκεκριμένο στόχο-, πώς θα ηγηθείς ολόκληρου κόμματος; Ή μιας χώρας; Υπάρχουν πολλά που μπορεί να πει κανείς για τις αδυναμίες και τα ερωτηματικά αυτής της προσπάθειας, και σίγουρα όσο περνάει ο καιρός, και η ακτιβίστρια/σύμβολο μετατρέπεται σε πολιτικός, θα εμφανίζονται και ακόμα περισσότερα. Ας εμφανιστούν. Ας αποτύχει. Αυτό είναι, άλλωστε, και το πιθανότερο σενάριο κατά τη γνώμη μου. Αλλά το να κατηγορούμε τα κίνητρα; Να έχουμε ενστάσεις για την αφορμή; Όχι. Ίσα ίσα. Η περίπωση αυτή δεν ήταν σαν την πρόσφατη περίπτωση, ας πούμε, του κ. Κασσελάκη, που εμφανίστηκε από το πουθενά, από άλλο ανέκδοτο, εντελώς άσχετος με την πραγματικότητα της χώρας που ήρθε να υπηρετήσει. Η κ. Καρυστιανού βγήκε μέσα από την πραγματικότητα της χώρας που τώρα φαίνεται να θέλει να υπηρετήσει. Αν από κάθε καταστροφή και από κάθε τραγωδία των τελευταίων 52 χρόνων (ήταν αβάσταχτα πολλές) είχε αναδειχθεί κι από μια τέτοια περίπτωση, μπορεί σήμερα το πολιτικό μας προσωπικό να ήταν και λίγο καλύτερο. Χειρότερο αποκλείεται να ήταν. Δεν γίνεται.

