Το ξέρουν κι εκείνοι, που βρέθηκαν –όσο βρέθηκαν– 45 ημέρες στην άσφαλτο. Το ξέρει και η κυβέρνηση, που προσπαθεί πότε να τους εξευμενίσει και πότε να τους σωφρονίσει: Η αντιπαράθεση έχει απομακρυνθεί πλέον από τις αιτίες που τη γέννησαν. Ο «αγώνας» έχει απομείνει ένα power game – μια παντομίμα που παίζουν οι τηλεπρόβλητοι συνδικαλιστές με τους υπουργούς και τον πρωθυπουργό. Γι’ αυτό και ο κατάλογος των αιτημάτων έχει περάσει σε δεύτερο πλάνο και έχει υποκατασταθεί από μια δημόσια φαγούρα για το πρωτόκολλο και την ταξιθεσία.
Ακόμη και τα δημοσιογραφικά κλισέ του αγροτικού χειμώνα έχουν κουράσει τα χείλη που τα αναμασούν: Οι «σκληροί των μπλόκων», λένε. Και μετά εμφανίζεται, σαν βγαλμένος από μια καταπακτή της δεκαετίας του ’90, ο Ρίζος Μαρούδας – πρόεδρος της ομοσπονδίας αγροτικών συλλόγων Λάρισας. Από τα «ρεφρέν» που ερμηνεύει στα προτεταμένα τηλεοπτικά μικρόφωνα μπορεί κανείς να συμπεράνει τη διαπαιδαγώγησή του στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Τι «σκληρό» άραγε έχει αυτή η φιγούρα που δεν κουράζεται να επαναλαμβάνει ότι «πρέπει να υπάρξει επιβίωση» για τους αγρότες; Αλήθεια «σκληρό»; Ή απλώς σκληρωτικό – δηλωτικό της καθήλωσης του κλάδου του στον προηγούμενο αιώνα;
Αν υπάρχει όντως σε μεγάλο μέρος της πρωτογενούς παραγωγής τέτοια καθήλωση, η ευθύνη δεν βαρύνει μόνο τους ανθρώπους της υπαίθρου, αλλά και τους πολιτικούς εκπροσώπους τους, που τους αντιμετώπιζαν ως συντηρητική μάζα επιδεκτική μόνο επιδοματικής μεσιτείας. Οι ομοιότητες των «Μαρούδων» με τους πολιτευτές της αγροτικής περιφέρειας είναι πολύ περισσότερες από τις διαφορές, ανεξαρτήτως του στρατοπέδου στο οποίο τυχαίνει να βρίσκονται σε αυτή τη συγκυρία.
Ποιοι φυτρώνουν στο κενό μεταξύ περιφέρειας και πολιτικού κέντρου.
Ο φιλελευθερισμός των άστεων ζητάει, με ελιτίστικη υπεροψία, από τους παραγωγούς να «μεταρρυθμιστούν» – να συνειδητοποιήσουν τα οικονομικά και οικολογικά αδιέξοδα του επαγγέλματός τους και να αναλάβουν το κόστος του αναπροσανατολισμού της παραγωγής. Να ξεχάσουν τον ΟΠΕΚΕΠΕ, που εκτός από μεγάλες απάτες, επέτρεπε και μικρά, «αθώα» πανωγραψίματα.
Ομως, τον ΟΠΕΚΕΠΕ και την κουλτούρα της καθήλωσης δεν την καλλιέργησαν μόνοι τους οι αγροτοπατέρες του ΚΚΕ. Τους μηχανισμούς αναπαραγωγής των αδιεξόδων τούς «λάδωναν» και τους συντήρησαν, ως βραχίονες πολιτικής επιρροής, οι «φιλελεύθεροι μεταρρυθμιστές». Με ποιο ηθικό υπόβαθρο επιστρατεύουν τώρα τον διδακτισμό τους έναντι των «σκληρών»;
Τα μπλόκα έχουν ήδη εκφυλιστεί. Οι δύο πλευρές παρέσυραν η μία την άλλη σε μια διελκυστίνδα αμοιβαίας απονομιμοποίησης. Συνδικαλιστές και κυβέρνηση ψάχνουν τώρα την έξοδο που θα τραυματίσει λιγότερο το γόητρό τους. Το κενό όμως μένει. Δεν είναι μόνο το χάσμα μεταξύ περιφέρειας και πολιτικού κέντρου. Είναι κυρίως η απόσταση από τον αγροτικό κόσμο και τους «φυσικούς» του εκπροσώπους, που θα εξακολουθήσουν να τον διαποιμαίνουν σαν δύστροπη πελατεία. Σαν κοπάδι καλομαθημένο και αγύριστο.

