Αδιάφορος για τις ευχές μας ο χρόνος, αδιάφορες για τις προσευχές μας οι θεότητες, εγγενώς βαρήκοες, με όποιο όνομα κι αν τις έπλασε η ευφάνταστη αγωνία μας για το Κενό. Και μολαταύτα, και να ευχόμαστε δεν θα πάψουμε ποτέ, όμηροι της ίδια πάντοτε ανάγκης και προσδοκίας, ότι μπορούμε «να κάνουμε άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά», και να προσευχόμαστε επίσης· σιωπηρά, κρυφά, όχι με των φιγουρατζήδων τα καμώματα.
Για τις κοινού ενδιαφέροντος ευχές και προσευχές λέω, όχι για τα ιδιωτικά συμβόλαια που υπογράφει ο καθείς με τον Χρόνο-Κρόνο: να ειρηνέψει ο κόσμος και να προκόψει, να μειωθούν κάπως οι ανισότητες που τον τσακίζουν, να πάψει να είναι χάρτινος ο ήλιος της δικαιοσύνης, να βρουν τη λευτεριά και την πατρίδα τους λαοί που μοιάζουν καταδικασμένοι να ζουν εσαεί στα κάτεργα της Ιστορίας, να τσακιστούν τύραννοι και τυραννίες κάθε απόχρωσης. Κι ο έρμος ο πλανήτης ν’ αντέξει τους άπληστους που τον κατέχουν.
Μα ναι, αφελέστατα πράγματα. Είμαστε όμως υποχρεωμένοι να τα ευχόμαστε πεισματάρικα, από τη μια διάψευση στην άλλη, κι ας έχουν γίνει πνιγηρή αλυσίδα οι πίκρες και οι ήττες. Μακάρι να ήταν μία και μόνη η «γενιά της ήττας», ποιητική ή άλλη. Κι ωστόσο, αν πιστέψουμε ότι ξεσκολίσαμε πια από την ελπίδα, ότι δεν δικαιούμαστε ούτε δυο ψίχουλά της και ότι τίποτε το διαφορετικό δεν είναι πλέον εφικτό, ξεσκολάμε την ίδια στιγμή και από την ευθύνη μας απέναντι στο μερτικό του χρόνου και του κόσμου που μας παραχώρησαν οι μοίρες, το απολύτως Τυχαίο δηλαδή. Ξεσκολάμε δηλαδή και από τον αγώνα που επιβάλλει η ευθύνη και παραδιδόμαστε στη μοιραία πεποίθηση πως όλα είναι μάταια ή αλλού παιγμένα.
Είναι, πάντως, οδυνηρή η αίσθηση ότι ζούμε μέσα σε έναν εφιαλτικό βαλτότοπο. Αίφνης, το γιορτινό μπλακ άουτ στους ουρανούς της Ελλάδας και ο τρόπος που το αντιμετώπισε η κυβέρνηση, επιβεβαίωσαν ότι τα Τέμπη, σαν γενικό όνομα της εγκληματικής απρονοησίας, της παχυδερμικής αυτοαπαλλακτικής σπουδής και του συγκαλυπτικού ετσιθελισμού, είναι πάντα του παρόντος και του μέλλοντός μας, και όχι ένα αρχειοθετημένο τραγικό συμβάν που μας έβαλε νου και γνώση. Γιατί δεν μας έβαλε. Δεν μας φρονημάτισε.
Κραυγαλέα αντιφατικές οι επίσημες «εξηγήσεις» για το μπλακ άουτ, κατάχρηση του «δικαιώματος στη σιωπή» από όσους οφείλουν να μιλήσουν, και να μιλήσουν τίμια και ειλικρινά, κατηγορίες-φωτοκόπιες εναντίον όλων για «εργαλειοποίηση», και, βέβαια, τρομακτική ευθυνοφοβία. Αν δεν προσυπογράφεις και με τα δυο σου χέρια –και πριν καν τα διαβάσεις– όσα αναρτά ο πρωθυπουργός και αναμασά ο οιηματίας εκπρόσωπός του, τυγχάνεις εχθρός του λαού και της πατρίδας, πάει και τελείωσε. Το μόνο επιχείρημα της κυβέρνησης, στα πάντα, είναι η ισχύς της, η πλειοψηφία της, το 41%. Μετά την απομάκρυνση εκ της κάλπης ουδέν λάθος αναγνωρίζεται, διότι ουδέν λάθος συμβαίνει. Ολα κυλάνε υπέροχα σε μια «Ελλάδα-ζάχαρη».
Ακόμα και η εφιαλτικά άστοχη και εθνικά παγιδευτική δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη μετά την απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του από τους βιτζιλάντες του Ντόναλντ Τραμπ βρήκε θερμούς υποστηρικτές. Οσο βαθύτερα αποκαλύπτονται η ανεπάρκεια του πρωθυπουργού σε μείζονα θέματα και η αυτοσχεδιαστική ελαφρότητά του, τόσο φανατικότερα τον υπερασπίζουν οι κόλακές του. «Δεν είναι η στιγμή να σχολιάσουμε τη νομιμότητα των πρόσφατων ενεργειών», απεφάνθη ο κ. Μητσοτάκης, αποφεύγοντας και να περιγράψει τις ενέργειες αυτές και να κατονομάσει τον ενεργήσαντα. Εντάξει, «ου λήψη το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω», δεν είναι όμως μάταιο να λες τα πράγματα με το όνομά τους. Γενναίο είναι.
Αν πιστέψουμε ότι ξεσκολίσαμε πια από την ελπίδα, ότι δεν δικαιούμαστε ούτε δυο ψίχουλά της και ότι τίποτε το διαφορετικό δεν είναι πλέον εφικτό, ξεσκολάμε την ίδια στιγμή και από την ευθύνη μας απέναντι στο μερτικό του χρόνου και του κόσμου που μας παραχώρησαν οι μοίρες.
Ο πρωθυπουργός είναι σχεδόν άθυρμα ενός άγχους, που τον έχει ήδη καταστήσει πρωταγωνιστή στιγμιοτύπων κάθε άλλο παρά ευτράπελων, γιατί στην πραγματικότητα ντροπιάζουν και τον ίδιο (αν αδυνατεί να το νιώσει, ας δοκιμάσει και το κατανοήσει) και εμάς, ως κατοίκους της χώρας που διοικεί. Πρόκειται για το άγχος της αναγνώρισής του από τον βιαίως πλανηταρχεύοντα Ντόναλντ Τραμπ. Μα ούτε καν ένα τέταρτο χαμόγελου μέσα σε δώδεκα μήνες θητείας; Ενα τυπικό τηλεφωνηματάκι, της παρηγοριάς, στην εθνική μας εορτή; Ενα πατερναλιστικό χτύπημα στην πλάτη; Ενα μισαδάκι από τα γλυκερά επίθετα που αφειδώς χρησιμοποιεί για να ευλογήσει τα γένια και τη φούντα του και για να επαινέσει τους «ισχυρούς πολιτικούς» της αρεσκείας του;
Να τεντώνεσαι εσύ και να στραβολαιμιάζεις στις «οικογενειακές φωτογραφίες», μπας και σε καταγράψει ο φακός δίπλα του, να τον κυνηγάς με βλέμμα πανικόβλητης εκλιπάρησης στους διαδρόμους, σαν σκολιαρόπαιδο τον αυστηρό δάσκαλο, μπας και σε σπλαχνιστεί και σου χαρίσει ένα βλέμμα, να καταντάς νετανιαχικότερος του Νετανιάχου, κι αυτός, Αυτός μάλλον, με το κεφαλαίο της αυθεντίας του, να σε κρατάει στη γωνία; Και να σε εκχωρεί στη δικαιοδοσία της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, που ήδη φέρεται σαν να ηγείται προτεκτοράτου; Είναι ένας στίχος του Εζρα Πάουντ, πάνε δεκαετίες που τον πρωτοσυνάντησα, που ταιριάζει γάντι εδώ: «Ακόμα και στα όνειρά μου, τη δούλη σου μού στέλνεις», λέει όλο παράπονο στη δέσποινά του ο ποιητής. Αν και βέβαια η κ. Γκίλφοϊλ δεν είναι δούλη. Αφεντικό είναι. Και το δείχνει ωμά. Αυτό είναι άλλωστε το κύριο μάθημα στη Μεγάλη του Τραμπ Σχολή: η ωμότητα. Η ηδονική, απροκάλυπτη χρήση της ωμότητας και της παντοειδούς βίας.
Ο πρωθυπουργός μιας χώρας που η σφόδρα αναθεωρητική γειτονιά της και το λείψανο έστω της μνήμης του Αττίλα την υποχρεώνουν να επικαλείται καθημερινά το Διεθνές Δίκαιο, δεν δικαιούται να αναβάλλει επ’ αόριστον τον «σχολιασμό της νομιμότητας των πρόσφατων ενεργειών», δηλαδή της εισβολής σε κυρίαρχη χώρα και της αρπαγής του προέδρου της με προφάσεις περισσότερο διάτρητες και από τις προφάσεις περί όπλων μαζικής καταστροφής του Ιράκ.
Το πλανερό δίλημμα
Γνωστή, βεβαίως, η παγίδα και χιλιοχρησιμοποιημένο το πλανερό δίλημμα: «Είσαι μαζί μας ή εναντίον μας; Είσαι με τον Σαντάμ, τον Μιλόσεβιτς, τον Καντάφι, τον Μαδούρο ή με τη Δημοκρατία, τη Δικαιοσύνη, την Ηθική;». Δεν πάει έτσι όμως. Μια χαρά μπορείς να είσαι με τη Δημοκρατία και τη Δικαιοσύνη και ταυτόχρονα να είσαι εναντίον του Μαδούρο, του Σαντάμ και κάθε δικτάτορα, αλλά και εναντίον του Μπους, του Μπλερ, του Τραμπ και κάθε αυθαίρετου και υποκριτή τιμωρού. Μήπως είναι αυτή η περίφημη «σωστή πλευρά της Ιστορίας»;
Ο Ωμός Τραμπ, πάντως, δεν μπήκε στον κόπο του ψεύδους και του άλλοθι. Για πετρέλαια μίλησε, γιατί πετρέλαια ορέχτηκε και πετρέλαια έχει τάξει στους πετρελαιάδες χορηγούς του. Και η βουλιμία του για τη Γροιλανδία, το ίδιο ηθικό κύρος έχει. Αν μπουκάρουν και εκεί οι πλανητοσερίφηδες, θα βρει άραγε χρόνο ο πρωθυπουργός μας να σχολιάσει «τη νομιμότητα των ενεργειών» ή θα περιμένει να τριτώσει το κακό;

