Το καλό, το κακό και ο Τραμπ

4' 2" χρόνος ανάγνωσης

Για τους περισσότερους πολίτες των φιλελεύθερων δημοκρατιών, στην Ευρώπη και πέρα από αυτήν, η καταδίκη ενός ξένου δικτάτορα είναι συνήθως εύκολη υπόθεση. Διότι εκεί τα όρια μοιάζουν καθαρά: ακυρωμένες εκλογές, καταστολή πολιτικών αντιπάλων, ανεξέλεγκτη χρήση κρατικής βίας, εξουσία χωρίς λογοδοσία. Ο αυταρχισμός εμφανίζεται ως κάτι εξωτερικό, ως μια απειλή που έρχεται «απέξω» και την οποία η Δύση καλείται απλώς να καταγγείλει. Η πραγματική αμηχανία, όμως, αρχίζει αλλού. Oχι όταν η δημοκρατία απειλείται από έναν δικτάτορα σε μια μακρινή χώρα, αλλά όταν η απειλή γεννιέται στο εσωτερικό της ή, ακόμη χειρότερα, όταν εμφανίζεται με το πρόσωπο του συμμάχου. Oταν η καταπάτηση θεμελιωδών αρχών γίνεται στο όνομα της τάξης, της ασφάλειας και, τελικά, του «καλού».

Η συνείδηση του δημοκρατικού πολίτη βρίσκεται έτσι παγιδευμένη ανάμεσα σε δύο διαφορετικές απειλές: στην αυθαιρεσία που έρχεται απέξω και στη θεσμική φθορά που αναπτύσσεται μέσα. Τους δικτάτορες τους αναγνωρίζει εύκολα· αποτελούν το καθαρό όριο, τον αυτονόητο αντίπαλο. Τους λαϊκιστές, όμως, που εκλέγονται δημοκρατικά, επικαλούνται τη λαϊκή εντολή και σταδιακά αδειάζουν τους θεσμούς από το περιεχόμενό τους, δυσκολεύεται πολύ περισσότερο να τους αντιμετωπίσει.

Ο Νικολάς Μαδούρο υπήρξε ένας τυπικός αυταρχικός ηγέτης. Κυβέρνησε τη Βενεζουέλα υποκλέπτοντας εκλογές, καταστέλλοντας αντιπάλους και χρησιμοποιώντας τη στρατιωτική βία και την αυθαιρεσία ως βασικά εργαλεία εξουσίας. Υπό τη διακυβέρνησή του, η χώρα βυθίστηκε σε μια βαθιά πολιτική και κοινωνική κρίση, που οδήγησε πάνω από οκτώ εκατομμύρια πολίτες στην προσφυγιά. Η καταδίκη του καθεστώτος του δεν απαιτεί ιδιαίτερη πολιτική τόλμη. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι αν ο Μαδούρο έπρεπε να φύγει, αλλά πώς και με ποιους όρους. Διότι η απομάκρυνσή του από το προσκήνιο –μέσω μιας πρωτοφανούς απαγωγής και της προσαγωγής του σε δίκη στη Νέα Υόρκη– δεν συνοδεύτηκε από καμία σοβαρή προσπάθεια δημοκρατικής αποκατάστασης στη Βενεζουέλα. Αντίθετα, ανέδειξε έναν διαφορετικό τύπο ισχύος.

Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν εμφανίζεται ως φορέας θεσμικής μετάβασης ή υπερασπιστής της δημοκρατίας, αλλά ως εκφραστής μιας ωμής, συναλλακτικής λογικής. Δεν τον απασχολούν οι θεσμοί, το κράτος δικαίου ή η πολιτική ανασυγκρότηση μιας κοινωνίας που έχει καταρρεύσει. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι ο έλεγχος των μεταναστευτικών ροών προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, η εκμετάλλευση των πλούσιων ενεργειακών πόρων της Βενεζουέλας και η εμπέδωση της αμερικανικής γεωπολιτικής κυριαρχίας στο δυτικό ημισφαίριο.

Αντί να αποκατασταθεί η δημοκρατία στη Βενεζουέλα, βλέπουμε την υποκατάσταση ενός αυταρχικού καθεστώτος από ένα άλλο, όπου τον πραγματικό έλεγχο έχει μια Αμερική που πια πιστεύει μόνο στην ισχύ των όπλων.

Αντί να στηρίξει τη δημοκρατική αντιπολίτευση και μια θεσμική διαδικασία μετάβασης, επιλέγει να παρακάμψει τόσο το διεθνές δίκαιο όσο και την ίδια την αρχή της εθνικής κυριαρχίας. Η Βενεζουέλα αντιμετωπίζεται όχι ως κυρίαρχο κράτος, αλλά ως πεδίο άσκησης ισχύος. Οι μονομερείς αποφάσεις και η απειλή στρατιωτικής βίας λαμβάνονται χωρίς ουσιαστική διεθνή νομιμοποίηση και χωρίς θεσμικό έλεγχο στο εσωτερικό των ΗΠΑ, υπονομεύοντας ακριβώς τη βασική αρχή που υποτίθεται ότι διαχωρίζει τη φιλελεύθερη δημοκρατία από τον αυταρχισμό, δηλαδή τον σεβασμό των κανόνων. Το παράδοξο –και ταυτόχρονα αποκαλυπτικό– είναι ότι ο Τραμπ εμφανίζεται ως τιμωρός ενός δικτάτορα, ενώ στην πράξη διατηρεί ανέπαφο το αυταρχικό οικοδόμημα. Ο ηγέτης απομακρύνεται, αλλά η αυταρχική λογική παραμένει, υπό νέα διαχείριση και υπό τη διαρκή απειλή εξωτερικής βίας. Οπως προειδοποίησε πρόσφατα, αν η νέα ηγεσία της Βενεζουέλας «δεν κάνει αυτό που πρέπει», θα «πληρώσει πολύ ακριβά» – ίσως ακριβότερα από τον Μαδούρο. Αντί να αποκατασταθεί η δημοκρατία, βλέπουμε σε ζωντανή μετάδοση την υποκατάσταση ενός αυταρχικού καθεστώτος από ένα άλλο, όπου τον πραγματικό έλεγχο έχει μια Αμερική που πια δεν πιστεύει στο διεθνές δίκαιο και στους κανόνες του παρά μόνον στην ισχύ των όπλων.

Εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται η βαθύτερη υποκρισία. Στο όνομα του «καλού», της τάξης και της ασφάλειας, παραβιάζονται τόσο η δημοκρατική αρχή όσο και η εθνική κυριαρχία. Δεν είναι τυχαίο ότι λαϊκιστές ηγέτες, όπως ο Χαβιέρ Μιλέι στην Αργεντινή, επιμένουν ότι «δεν υπάρχει μέση οδός»: κάποιος είναι είτε με το καλό είτε με το κακό. Με αυτή τη μανιχαϊστική λογική, εφόσον το κακό προσωποποιείται στον Μαδούρο, οφείλουμε να ταχθούμε με τον Τραμπ. Μα δεν είναι «κακός» ο Τραμπ; Στο ερώτημα αυτό έχει δοθεί ήδη από το 2017 μια χαρακτηριστική απάντηση από τον Αλέξη Τσίπρα. Ερωτηθείς από δημοσιογράφο στον Λευκό Οίκο αν εξακολουθούσε να θεωρεί τον Αμερικανό πρόεδρο «διαβολικό ηγέτη», απάντησε ότι «η προσέγγισή του (Τραμπ) στα πράγματα και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει την πολιτική ορισμένες φορές μπορεί να μοιάζει διαβολικός – αλλά γίνεται για καλό».

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, δεν το έχουν οι λαϊκιστές. Το έχουν οι φιλελεύθεροι δημοκράτες. Οταν το «καλό» ταυτίζεται με την αυθαιρεσία του ισχυρού, το ερώτημα δεν είναι απλώς με ποιους είμαστε, αλλά τι ακριβώς υπερασπιζόμαστε στο όνομά του. Και σε αυτό, η φιλελεύθερη Δύση, προς το παρόν έκπληκτη όσο και φοβισμένη, δεν έχει ακόμη μια πειστική απάντηση. Οχι επειδή αγνοεί το πρόβλημα, αλλά επειδή δυσκολεύεται να χαράξει σαφή όρια όταν ο αυταρχισμός δεν φέρει το πρόσωπο του εχθρού, αλλά εκείνο του (πλέον μη φιλελεύθερου) συμμάχου.

*Ο κ. Τάκης Σ. Παππάς είναι συγγραφέας του βιβλίου «Εξηγώντας τον Τραμπ» (εκδ. Πατάκη).

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT