Οταν η Μαρία Καρυστιανού εξέφραζε απόψεις αμφίβολης εγκυρότητας για το δυστύχημα των Τεμπών, οι υποστηρικτές του αγώνα της δεν είχαν καμία αμφιβολία ότι έκανε το σωστό. Το πένθος της και η κυβερνητική ανικανότητα δικαιολογούσαν, άλλωστε, μικρές ή μεγαλύτερες αποκλίσεις από επιστημονικά δεδομένα και θεσμικές διαδικασίες. Οταν η σπερμολογία για το ξυλόλιο, το παράνομο φορτίο και το χαμένο βαγόνι κατέκλυζε τον δημόσιο λόγο και θόλωνε επικίνδυνα το όριο μεταξύ αλήθειας και ψεύδους, οι οπαδοί της ενθάρρυναν και επιβράβευαν την αναμόχλευση της συνωμοσιολογίας εκ μέρους της. Οταν η καταγγελία του κρατικού μηχανισμού έλαβε χαρακτηριστικά αντικυβερνητικής καμπάνιας, και πάλι οι φανατικοί θαυμαστές δεν θορυβήθηκαν. Ας έπεφτε η κυβέρνηση και τα υπόλοιπα δεν είχαν ιδιαίτερη σημασία. Τώρα που η Μαρία Καρυστιανού απεκδύεται τον ρόλο της καταγγέλλουσας και, όπως όλα δείχνουν, κατεβαίνει στην ενεργό πολιτική, εκεί δηλαδή όπου η καταγγελία μετουσιώνεται σε πράξη, μερίδα υποστηρικτών της καταφέρεται ξαφνικά εναντίον της. Εντοπίζει δεξιά στοιχεία στον λόγο της, εκφράζει επιφυλάξεις για το νέο της βήμα, της ασκεί κριτική για κάτι που ακόμη δεν έχει κάνει, ενώ για όσα έκανε και έλεγε την τελευταία τριετία τη θεωρούσε σταθερά υπεράνω κριτικής και καταλογισμού. Οι υποστηρικτές αυτοί δεν άλλαξαν· απλώς δεν ήταν ποτέ αληθινοί υποστηρικτές.
Πώς εκπληρώνονται οι σκοποί
Οσο η Μαρία Καρυστιανού χάριζε στην αντιπολίτευση πόντους που η τελευταία αδυνατούσε να σκοράρει μόνη της, ήταν καλή. Καλή ως χρήσιμη. Γέμιζε τις πλατείες κι από τις πλατείες οι επιτήδειοι της αγανάκτησης συνέλεγαν την υπόσχεση μιας ψήφου. Αν όμως σταματήσει να αλείφει βούτυρο στο κοινό ψωμί της αντιπολιτικής κι αρχίσει να σερβίρει το δικό της ψωμί, σε δικούς της ψηφοφόρους, με τους δικούς της όρους, η Καρυστιανού παύει να είναι χρήσιμη σε όσους ζουν για να καρπώνονται τον θυμό της πλατείας και εξελίσσεται σε ανταγωνισμό. Η μεταστροφή των κομματικών παραγόντων είναι, λοιπόν, κατανοητή· αισθάνονται απειλή και αποστασιοποιούνται από εκείνη που την ενσαρκώνει. Η μεταστροφή όμως των πολιτών που δέχονται την Καρυστιανού ως ιεροκήρυκα αλλά την απορρίπτουν ως πολιτευόμενο πρόσωπο είναι εξοργιστική και μαρτυρεί, μεταξύ άλλων, μια παθογένεια που δυστυχώς και η ίδια η Καρυστιανού εξέθρεψε: η πολιτική θεωρείται πια εξ ορισμού βρώμικη και ύποπτη ως κομμάτι του κακώς νοούμενου «συστήματος». Το άλμα από την κοινωνία των πολιτών στη σφαίρα των πολιτικών ερμηνεύεται ως ξεπούλημα και ανακολουθία. Είναι όμως το ακριβώς αντίθετο: η εκπλήρωση ενός σκοπού. Κατεβαίνοντας στην πολιτική, η Καρυστιανού αποδεικνύει ότι την ενδιαφέρει η εφαρμογή όσων βροντοφωνάζει, όχι μόνο να βροντοφωνάζει για να εισπράττει επαίνους. Πώς αλλιώς φαντάζονται οι όψιμοι επικριτές της πως μπορεί να επιτύχει τους στόχους της; Οι συναυλίες κάποια στιγμή τελειώνουν· οι αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα ξεχνιούνται.
Αλλαγή φρουράς
Για τον Νικόλα Φαραντούρη, πάντως, το επερχόμενο κόμμα Καρυστιανού δεν είναι ούτε απειλή ούτε όνειδος. Είναι προορισμός. Δεν είναι περίεργη η φήμη πως «φλερτάρει» μαζί του ενώ αυτό βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα. Στο κάτω κάτω, ο ευρωβουλευτής με τον ΣΥΡΙΖΑ πολιτεύθηκε, άρα από τις άγραφες καταστατικές αρχές του κόμματος εμφορείται: «Η κανονικότητα δεν είναι ποτέ ευκαιρία για την Αριστερά»· τώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ ναυαγεί, είναι εύλογο ο Φαραντούρης να προσεταιριστεί τον νέο εκφραστή της αντικανονικότητας για να συνεχίσει να υπάρχει πολιτικά. Περίεργη είναι μόνο η οργή του ΣΥΡΙΖΑ εναντίον του τέως συντρόφου του. Γιατί τα έβαλε μαζί του, αλήθεια; Επειδή σχεδίαζε την αποσκίρτησή του κάπως άκομψα; Εδώ ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ ονειρεύεται να δραπετεύσει από τον ΣΥΡΙΖΑ, διά της απορρόφησής του από το άδηλο σχήμα ενός πρώην προέδρου. Εδώ ο τρέχων πρόεδρος παρακολουθεί τον πρώην να αποδομεί την παράταξη και, αντί να την προστατεύσει όπως οφείλει, ελπίζει στο έλεός του. Καθώς τα νέα κόμματα διαμαρτυρίας παίρνουν τη θέση των παλιών, καλό είναι οι πρωταγωνιστές της διεργασίας να μην παριστάνουν τους ανήξερους. Ο πολυχρησιμοποιημένος αντισυστημισμός τους είναι ανακυκλώσιμο υλικό.

