Πόσο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ο Νικόλας Φαραντούρης προτού τον διαγράψει ο ΣΥΡΙΖΑ; Βαρουφακική περσόνα, με έλξη νυκτόβιου εντόμου προς το μιντιακό φως, ο ευρωβουλευτής σταδιοδρομούσε ερήμην του κόμματος με το οποίο είχε εκλεγεί – και του οποίου την ηγεσία έτυχε κιόλας κάποτε να διεκδικήσει. Ακόμη κι αν ήθελε ο δανδής των τηλεπαραθύρων να ακολουθήσει μια κομματική γραμμή, πού θα την έβρισκε; Το κομματικό κέντρο έχει εξαϋλωθεί. Ο ίδιος ο de facto ιδρυτής του κόμματος, το έχει εγκαταλείψει, για να ιδρύσει το δικό του. Δεν υπήρχε ατζέντα για να αγνοήσει ο Φαραντούρης στη διαρκή προσωπική καμπάνια αυτοπροβολής του.
Υποτίθεται ότι διεγράφη επειδή αντάλλασσε δημόσιες φιλοφρονήσεις με τη Μαρία Καρυστιανού – φιλοφρονήσεις που δεν είναι βέβαιο ότι συνιστούν και υπέρβαση του αντισυστημικού φίλτρου που η επίδοξη αρχηγός κόμματος αντιτάσσει σε όσους έχουν πολιτική προϋπηρεσία. Ομως κανένα σωφρονιστικό μέτρο δεν μπορεί να λειτουργήσει παραδειγματικά όταν η κύρωση εκλαμβάνεται περισσότερο ως απελευθέρωση. Η ιδιότητα του στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ μετράει πλέον ως βάρος, αφού όποιος θέλει να συνεχίσει την καριέρα του στην πολιτική, ξέρει ότι θα πρέπει να το επιχειρήσει ποντάροντας σε άλλο κόμμα. Ακόμη και ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ παραμένει για να φροντίσει τους όρους της μεταπήδησής του στο τσιπρικό όχημα, αν τελικά αυτό καθελκυστεί.
Ακόμη κι αν ήθελε να μείνει στη γραμμή, πού θα την έβρισκε;
Η περίπτωση Φαραντούρη θυμίζει τους όρους με τους οποίους επιχειρήθηκε η τελευταία διεύρυνση του κόμματος που φιλοδοξούσε να εγκατασταθεί στον χώρο της «δημοκρατικής παράταξης». Θυμίζει τη λογική της εθελότυφλης πολυσυλλεκτικότητας – της σαβουροφαγίας, που εμπέδωσε την εικόνα του σχήματος διαμαρτυρίας χωρίς ταυτότητα.
Είναι τόσο βαριά αυτή η κληρονομιά, που μέχρι και ο ίδιος ο Τσίπρας την αποκηρύσσει, εξορίζοντας τους φορείς της στον εξώστη – σαν να μην ήταν στελέχη του κόμματος που εκείνος έπλασε με τα χεράκια του. Από αυτήν την άποψη, η αντιπολιτική αλλεργία της Καρυστιανού αποτελεί απλώς μια πιο γνήσια έκφραση του εξορκισμού των παλαιών που ονομάστηκε «rebranding»: Το «κανένας παλιός μαζί μου» είναι αρχηγικό διάβημα που απλώς εκφράζεται πειστικότερα όταν αυτός που το αρθρώνει δεν είναι «πρώην».
Πλέοντας διαρκώς σε ένα σιρόπι μεγαλόστομης κοινοτοπίας, ο Φαραντούρης –που έχει δικαιώσει πανηγυρικά με τις σκηνικές του επιδόσεις το πρώιμο προσωνύμιο «Φανφαραντούρης»– δεν είναι ούτε Αριστερός, ούτε Δεξιός. Δεν μοιάζει, ούτε μιλάει «συριζαϊκά». Δεν έχει γωνίες. Εκπέμπει μόνο τις ανώδυνες ψεκάδες του αποσμητικού χώρου. Και γι’ αυτό ταιριάζει στο ύφος της στιγμής. Ενάμιση χρόνο πριν από τις εκλογές, η αντιπολίτευση, χωρίς προγραμματικό σώμα και οργανωτικούς σπονδύλους, πάει να καλύψει το πολιτικό κενό με «προσωπικότητες», είτε από το πατάρι του παρελθόντος, είτε από τις πλατείες του παρόντος. Τα πρόσωπα είναι τα κόμματα. Με αέρα. Με φούμαρα, αρώματα ή δακρυγόνα.

