Καρυστιανού; Ποια Καρυστιανού; Αυτή δεν θα κόψει από μένα, έλεγε ο Ανδρουλάκης. Θα κόψει από τη Ζωή και τον Βελόπουλο. Κάπως έτσι φαίνεται ότι διαβάζει την πρόθεση, πλέον, ίδρυσης κόμματος από τη μητέρα των Τεμπών και η κυβέρνηση: Οσοι θέλγονται από την εικόνα και τα αντισυστημικά κηρύγματα της Καρυστιανού βρίσκονται ήδη στο αντικυβερνητικό στρατόπεδο. Δεν ανήκαν στο δυνητικό ακροατήριο της Νέας Δημοκρατίας.
Με αυτό το σκεπτικό, το κόμμα Καρυστιανού θα μπορούσε να είναι θρυαλλίδα ανακατατάξεων στον χώρο της καταγγελτικής αντιπολίτευσης – σε ένα χώρο έξω από το βεληνεκές της κυβέρνησης και της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η ίδια η εκκολαπτόμενη ηγέτις επιβεβαιώνει αυτή την κατεύθυνση. Επιλέγει ως πρώτο –και όχι τόσο προβλέψιμο– στόχο της τον Τσίπρα, ίσως από διαίσθηση ότι αλιεύουν στην ίδια δεξαμενή.
Πράγματι, το μονοπρόσωπο κόμμα των Εξεταστικών και της αέναης εισαγγελικής καμπάνιας –γνωστότερο ως «Ζωή»– θα κλονιστεί στον λόγο της ύπαρξής του από την ανάδυση ενός ανταγωνιστή που εκπροσωπεί την ίδια ατζέντα, χωρίς τοξικά αγκάθια και ιδεολογικούς προσδιορισμούς. Πράγματι, ο πρώην πρωθυπουργός που επαναφηγείται τις αποτυχίες του ως αποτέλεσμα της συμπαιγνίας των «ιδιοκτητών της χώρας» και του ευρωπαϊκού «νεοφιλελεύθερου κατεστημένου» βλέπει τον ορίζοντά του να στενεύει από ένα εξίσου αντισυστημικό μήνυμα, χωρίς ουλές συστημικού παρελθόντος.
Σε ποιον απευθύνεται και ποιον απειλεί το νέο αντισυστημικό κήρυγμα.
Ομως, τι σημαίνει για εκείνους που νομίζουν ότι η Καρυστιανού δεν τους απειλεί η αποδοχή του διχασμού του εκλογικού σώματος σε αυτούς που μας ακούν και εκείνους που ακούν άλλη γλώσσα; Είναι άραγε τα δύο ημισφαίρια της εκλογικής γεωγραφίας τόσο στεγανά όσο τα περιγράφουν οι αφορισμοί περί συστήματος και αντισυστήματος; Δεν εφάπτονται; Εχει την πολυτέλεια η κυβέρνηση να ακούει την καθημερινή αμφισβήτηση της νομιμοποίησής της –την εξάπλωση της ριζικής καχυποψίας για όλους τους θεσμούς– σαν υστερία, που την αγγίζει απλώς σαν ηχορρύπανση από μακρινό εξώστη;
Το κόμμα Καρυστιανού είναι μόνο η Καρυστιανού. Μόνο ό,τι έχει προλάβει το ίδιο το πρόσωπο να συμβολίσει. Αυτό της το καταλογίζουν ως προγραμματική γύμνια. Αλλά η αοριστία είναι ατού. Επιτρέπει όχι μόνο στον χύμα θυμό, αλλά και σε ανθρώπους με πολιτική ταυτότητα να κάνουν μια επιλογή που δεν ενοχλεί –δεν φιλοδοξεί καν να μπει– στις ιδεολογικές προδιαγραφές τους. Βγαίνει στην εκλογική αγορά ένα αταυτοποίητο «ηθικό πλεονέκτημα», δεδηλωμένα απολιτίκ, που ζητάει να γίνει δοχείο πάνδημων συναισθημάτων.
Αυτού του είδους ο σοφτ αντισυστημισμός –που δεν υψώνει γροθιά, δεν βρίζει, δεν φοράει αρβύλα– μπορεί να αποδειχθεί πιο διεισδυτικός απ’ ό,τι προεξοφλούν οι ταμπέλες όσων βιάζονται να τον ταξινομήσουν. Αντί να τον ξορκίζουν, πρέπει, όσο είναι καιρός, να βρουν μια γλώσσα που θα τον αποδομεί, χωρίς να συντελεί στην ηρωοποίησή του. Πρέπει να μιλήσουν σε αυτούς που δεν ακούν.

