Ποτέ άλλοτε στην πρόσφατη ιστορία μας δεν υπήρχαν στο πολιτικό σκηνικό τόσο πολλά μικρά κόμματα (υφιστάμενα ή υπό δημιουργία) που να διεκδικούν ενεργό πολιτικό ρόλο. Κόμματα που διαθέτουν ήδη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση ή καταγράφουν –δημοσκοπικά τουλάχιστον– υπαρκτές πιθανότητες βιώσιμης πολιτικής παρουσίας.
Ο κατακερματισμός του πολιτικού τοπίου είναι έντονος και διαπερνά σχεδόν όλο το ιδεολογικό φάσμα. Η κάμψη των παραδοσιακών κομμάτων είναι ορατή και μετρήσιμη. Οι ιδεολογικές και παραταξιακές ταυτίσεις έχουν αποδυναμωθεί, ενώ η εμπιστοσύνη προς το πολιτικό σύστημα έχει πληγεί.
Στο περιβάλλον αυτό μια νέα αντισυστημικότητα επιστρέφει ως πολιτικό πρόταγμα. Διαφορετική και μικρότερης έντασης σε σύγκριση με εκείνη της περασμένης 15ετίας που εκδηλώθηκε λόγω οικονομικής κρίσης, αλλά πάντως ισχυρή και σαφώς πλειοψηφική στις νεότερες ηλικίες. Αλλοτε με ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά και πιο επιθετικό λόγο, άλλοτε με πιο συντηρητικό, κατ’ ουσίαν, περιεχόμενο.
Ο συνδυασμός της κάμψης των παραδοσιακών κομμάτων και της ύπαρξης ενός πιο αναλογικού εκλογικού νόμου δημιουργεί για τα μικρότερα κόμματα μια μεγάλη ευκαιρία να διεκδικήσουν ένα αναβαθμισμένο ρόλο στα πολιτικά μας πράγματα. Να διεκδικήσουν ενεργό συμμετοχή στη διακυβέρνηση της χώρας, αναλαμβάνοντας κυβερνητικές ευθύνες. Να δουν τον εαυτό τους όχι ως μέρος μιας οργισμένης κερκίδας, αλλά ως παίκτες που θα προσπαθήσουν να κάνουν πράξη εντός του γηπέδου κάποια από όσα επιθυμούν.
Παρά την ευνοϊκή συγκυρία, ωστόσο, σχεδόν κανένα μικρό κόμμα δεν αυτοτοποθετείται ευθέως ως μέρος μιας ενδεχόμενης κυβερνητικής λύσης. Αντιθέτως, η πλειονότητά τους αντιμετωπίζει την έννοια της συγκυβέρνησης ως κάτι σχεδόν «μολυσματικό». Και με πρόσχημα την ακαταλληλότητα των «άλλων», επιλέγουν εντέλει την ασφάλεια της διαμαρτυρίας αντί του κόστους μιας πιθανής πρότασης – είτε ευθέως είτε μέσω μη ρεαλιστικών επιδιώξεων. Κάτι που τελικά αναδεικνύει κάποιες δομικές αδυναμίες των περισσότερων μικρότερων κομμάτων.
Το πολιτικό και προγραμματικό στίγμα πολλών εξ αυτών παραμένει ασαφές. Επενδύουν είτε σε στερεότυπα είτε, κυρίως, στο θυμικό. Σε έννοιες πολιτικά ισχυρές και με συναισθηματικό φορτίο (π.χ. δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια, κάθαρση), αλλά ταυτόχρονα αόριστες και χωρίς σαφές περιεχόμενο πολιτικής εφαρμογής. Ενίοτε δε και αντιφατικές. Η Δικαιοσύνη ως πρόταγμα, π.χ., δεν υπηρετείται με «λαϊκά δικαστήρια» ή αφορισμούς, όσο και αν αυτό ελκύει ένα ριζοσπαστικοποιημένο ακροατήριο. Η απουσία ενός σχεδίου διακυβέρνησης περιορίζει τη δυνατότητα των κομμάτων αυτών να εξελιχθούν από φορείς αγανάκτησης σε φορείς λύσεων, άρα χαμηλώνει και το εκλογικό ταβάνι τους.
Επιπλέον, δεδομένου ότι πολλά μικρά κόμματα διεκδικούν το ίδιο ακροατήριο και με παρόμοια ρητορική, είναι βέβαιο ότι οι μεταξύ τους σχέσεις θα επιδεινωθούν. Πόσο μάλλον όταν κάποια από αυτά έχουν καθαρά προσωποκεντρικό χαρακτήρα. Επειδή μάλιστα ο μεταξύ τους ανταγωνισμός αφορά την πρωτοκαθεδρία στον «αντισυστημικό» χώρο, στο μυαλό ορισμένων αυτό μεταφράζεται ως επικράτηση του «πιο μαχητικού», του «πιο καθαρού», του «λιγότερο συμβιβασμένου». Ενας τέτοιου τύπου «εσωτερικός» ανταγωνισμός εδραιώνει ένα περιβάλλον έντασης, αφορισμών και τοξικότητας. Κάτι που εκ των πραγμάτων οδηγεί σε περισσότερες υπερβολές, παρά σε αναζήτηση συγκλίσεων.
Η κάμψη των παλαιότερων κομμάτων, αλλά και η ταραγμένη διετία που προηγήθηκε, τροφοδότησαν έναν νέο αντισυστημισμό που δημιούργησε ευνοϊκές πολιτικές συνθήκες για τα μικρότερα κόμματα.
Η αφοριστική στάση απέναντι στα μεγαλύτερα κόμματα, τα οποία αντιμετωπίζονται συλλήβδην ως «παλιό σύστημα», επίσης δυσκολεύει τη δημιουργία ενός οδικού χάρτη διακυβέρνησης της χώρας. Τα μεν μεγάλα κόμματα θα πρέπει να αναστοχαστούν για το πώς αυτοϋπονόμευσαν την πολιτική θέση τους, παρασυρόμενα σε ένα παιχνίδι τοξικότητας που δεν μπόρεσαν να διαχειριστούν. Τα δε μικρά να συνειδητοποιήσουν ότι έτσι εγκλωβίζονται σε ένα ρόλο περιορισμένης επιρροής, καθώς ταυτίζονται με την αμφισβήτηση και τη διαμαρτυρία. Σε μια ορισμένη συνθήκη αυτό μπορεί να «πουλάει», αλλά δεν διασφαλίζει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα ενός φορέα. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα προσώπων ή κομμάτων που απασχόλησαν για ένα διάστημα τη δημόσια συζήτηση και μετά ξεπεράστηκαν από τις εξελίξεις.
Η αλήθεια είναι ότι η επιφυλακτικότητα των μικρότερων κομμάτων να συμμετέχουν σε κυβερνήσεις συνεργασίας έχει ιστορική και πολιτική βάση. Οχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στις περισσότερες χώρες ο μικρός εταίρος συνήθως καταβάλλει μεγάλο πολιτικό κόστος, καθώς εισπράττει λιγότερο τα θετικά της διακυβέρνησης και πληρώνει στο ακέραιο τα αρνητικά της.
Εν προκειμένω, όμως, οι συνθήκες μοιάζουν κάπως διαφορετικές, πρώτον, λόγω της σωρευτικής φθοράς των παλαιότερων κομμάτων και, δεύτερον, λόγω εκλογικού νόμου, ο οποίος δυσκολεύοντας την αυτοδυναμία αφήνει περιθώρια διεκδίκησης ρόλου στα μικρότερα κόμματα.
Οσο και αν έχουν αμφισβητηθεί πολλά πολιτικά θέσφατα, κάποιες βασικές αρχές παραμένουν αυτονόητες. Τα κόμματα συγκροτούνται γύρω από κάποιες σταθερές: ιστορικές, ιδεολογικές, αξιακές, προγραμματικές. Και εδραιώνονται μέσα από ταυτίσεις, διεκδικώντας ρόλο σε σχέση με την κυβερνησιμότητα της χώρας. Αν αυτά δεν είναι σαφή, κανένα κόμμα δεν μπορεί να έχει διάρκεια. Ακόμη και αν η συγκυρία το ευνοήσει πρόσκαιρα, μόλις αναδειχθεί ένα πιο επιτακτικό πολιτικό αίτημα, η δυναμική του θα υποχωρήσει.
Σήμερα βρισκόμαστε ακριβώς σε αυτό το σημείο. Η κάμψη των παλαιότερων κομμάτων, αλλά και η ταραγμένη διετία που προηγήθηκε (με αιχμή κυρίως την τραγωδία των Τεμπών, και όχι μόνον), τροφοδότησαν έναν νέο αντισυστημισμό που δημιούργησε ευνοϊκές πολιτικές συνθήκες για τα μικρότερα κόμματα.
Το στοιχείο, ωστόσο, που θα αποδειχθεί καθοριστικό για την πολιτική τους δυναμική –ακόμη και αν πετύχουν καλές πρόσκαιρες δημοσκοπικές ή και εκλογικές επιδόσεις– θα είναι αν θα διεκδικήσουν έναν πιο ενεργό ρόλο στο πολιτικό σύστημα. Αν θα δείξουν ικανά και πρόθυμα να κατέβουν από την κερκίδα στο γήπεδο. Αν δεν αξιοποιήσουν αυτή την ευκαιρία, είναι θέμα χρόνου να ξεπεραστούν από την ίδια την πραγματικότητα.
O κ. Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας.

