Ο παλαιός Βρετανός πρωθυπουργός Χάρολντ ΜακΜίλαν είχε ερωτηθεί «ποιος είναι ο πιο καθοριστικός παράγοντας στην πολιτική». Θέλοντας να δείξει ότι τα πράγματα αποκτούν τη δυναμική τους πέρα από τα σχέδια και τις στρατηγικές των πρωταγωνιστών, απάντησε: «Τα γεγονότα, αγαπητέ μου, τα γεγονότα».
Ας δούμε λοιπόν κάποια γεγονότα που περιγράφουν το πολιτικό τοπίο στο κλείσιμο του έτους.
Τον επόμενο μήνα –πλην απροόπτου– η Νέα Δημοκρατία θα συμπληρώσει 10 χρόνια σταθερού δημοσκοπικού προβαδίσματος. Πέρασε πρώτο κόμμα λίγες εβδομάδες μετά την εκλογή του κ. Μητσοτάκη στην ηγεσία της, τον Ιανουάριο 2016, και έκτοτε δεν το έχει χάσει καμία στιγμή. Στη μεταπολεμική μας ιστορία, ανάλογη περίοδος πολιτικής υπεροχής έχει να καταγραφεί από τη δεκαετία του ’50 με τις τότε κυβερνήσεις της Δεξιάς (αρχικά του Παπάγου και στη συνέχεια του Καραμανλή). Η πιο έντονη περίοδος κυριαρχίας –ή μάλλον ηγεμονίας– ήταν αναμφίβολα εκείνη του ΠΑΣΟΚ στις αρχές της 10ετίας του ’80, καθώς το πολιτικό και κοινωνικό ρεύμα που τη συνόδευσε ήταν πρωτόγνωρο. Διήρκεσε όμως λιγότερο, καθώς από το 1986 το ΠΑΣΟΚ καταγραφόταν δημοσκοπικά ως δεύτερο κόμμα. Τη δεύτερη δε περίοδο κυριαρχίας του ΠΑΣΟΚ (1993-2004) υπήρχαν διαστήματα που δημοσκοπικό προβάδισμα είχε η Ν.Δ., η οποία είχε επιτύχει και κάποιες ενδιάμεσες πολιτικές νίκες.
Γεγονός: Η ανθεκτικότητα της Ν.Δ. είναι πολιτικά πρωτόγνωρη επειδή εκφράζει ένα συμπαγές τμήμα ψηφοφόρων με σταθερά κοινωνικά ζητούμενα.
Είναι ωστόσο σαφές ότι το προβάδισμα της Ν.Δ. δεν έχει πλέον τη δυναμική του παρελθόντος. Τα ποσοστά της είναι χαμηλότερα σε σχέση με το παρελθόν. Η αξιολόγησή της σε μια σειρά δεικτών είναι αρνητική. Το ποσοστό της στην εκτίμηση ψήφου απέχει αρκετά από το όριο της αυτοδυναμίας. Μοιάζει δε να μη διαθέτει ορατές εκλογικές δεξαμενές ή δυνητικούς συμμάχους. Γεγονός: Η Ν.Δ. προπορεύεται, αλλά δεν κυριαρχεί.
Την ίδια ώρα, κανένα κόμμα ή πρόσωπο της αντιπολίτευσης δεν έχει καταφέρει να αναδειχθεί σε εναλλακτικό πόλο. Αυτό δεν είναι μόνο ζήτημα «χαρίσματος» των πρωταγωνιστών, αλλά και του είδους αντιπολίτευσης που επικράτησε.
Η ένταση και η τοξικότητα που κυριάρχησαν (με αφορμή ζητήματα όπως η τραγωδία των Τεμπών, π.χ., και όχι μόνο) λειτούργησαν ως θρυαλλίδες μιας νέας πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης. Προσέδωσαν έτσι στην αντικυβερνητική δυσαρέσκεια «αντισυστημικά» χαρακτηριστικά, ενισχύοντας τα αντίστοιχα κόμματα εις βάρος των πιο «συστημικών».
Γεγονός: Η καχεξία της αντιπολίτευσης (ειδικά της «συστημικής») δεν είναι συγκυριακή αλλά δομική.
Αν όμως την περίοδο του μνημονίου το «συστημικό» στρατόπεδο μπόρεσε να συνεννοηθεί, σήμερα δεν διαφαίνεται κάτι ανάλογο. Αντιθέτως, αντί για γέφυρες επικοινωνίας, πολλοί ζητούν να υψωθούν ακόμα ψηλότερα τείχη. Στον δε «αντισυστημικό» χώρο, η επιδίωξη των βασικών πρωταγωνιστών του να εμφανίζονται ως «τιμωροί» και όχι ως δυνητικοί κυβερνήτες περιορίζει τα όριά τους. Την ίδια ώρα που μια πιθανή είσοδος νέων «παικτών» στον «αντισυστημικό» χώρο (π.χ. κόμμα Καρυστιανού) θα προκαλέσει τον περαιτέρω κατακερματισμό του, δημιουργώντας πιθανότατα και «εσωτερικές» εντάσεις.
Tο εκλογικό σώμα που θεωρεί μείζον το ζήτημα της πολιτικής σταθερότητας είναι μεγάλο και πολιτικά συμπαγές. Δεν προσεγγίζει τις εκλογές «δημοψηφισματικά», θέλει να ξέρει πού πάει.
Γεγονός: Ενώ όλοι διαπιστώνουν το αδιέξοδο, δεν διαφαίνεται ποιες συμμαχίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν διέξοδο.
Μπορούν τα γεγονότα αυτά να προεξοφλήσουν το αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών και τα μετεκλογικά σενάρια; Ασφαλώς όχι.
Κατ’ αρχάς, η Ν.Δ. και το 2019 και το 2023 πήρε στις εκλογές υψηλότερο ποσοστό από αυτό που έδειχναν οι δημοσκοπήσεις. Γιατί είχε πιο στέρεα μηνύματα, έκανε καλύτερη καμπάνια και γιατί το εκλογικό σώμα που τελικά ψηφίζει δεν ταυτίζεται με αυτό που αποτυπώνουν οι δημοσκοπήσεις. Αν και οι συνθήκες για τη Ν.Δ. έχουν επιδεινωθεί, δεν μπορεί να αποκλειστεί να ξανασυμβεί το ίδιο. Ειδικά αν δείξει ότι έχει σφυγμό και δεν παρασυρθεί σε μια δίνη εσωστρέφειας.
Επίσης, το εκλογικό σώμα που θεωρεί μείζον το ζήτημα της πολιτικής σταθερότητας είναι μεγάλο και πολιτικά συμπαγές. Το κοινό αυτό δεν προσεγγίζει τις εκλογές «δημοψηφισματικά» –ως διαδικασία υπέρ ή κατά κάποιου–, θέλει να ξέρει πού πάει. Oσο αυτό δεν διατυπώνεται, η Ν.Δ. θα αποκτά πλεονέκτημα στο πεδίο της «τακτικής ψήφου», ιδίως αν τα υπόλοιπα «συστημικά» κόμματα της επιτρέψουν να μονοπωλήσει το κοινό αυτό. Σήμερα που δεν τίθεται άμεσα ζήτημα σταθερότητας ή κυβερνησιμότητας, η δυσαρέσκεια εκδηλώνεται ευκολότερα. Στην τελική ευθεία, όταν οι εναλλακτικές είναι συγκεκριμένες, οι συνθήκες αλλάζουν.
Τούτων δοθέντων, η συζήτηση περί «κυβερνησιμότητας» ή μη της χώρας μοιάζει κάπως ατελής.
Η επισήμανση ότι το πρώτο κόμμα απέχει από το όριο αυτοδυναμίας και θα χρειαστούν είτε νέες εκλογές είτε κυβερνητικές συνεργασίες είναι ασφαλώς σωστή, μοιάζει όμως και με παραβίαση ανοιχτής θύρας. Για να παράγει πρόσθετη πολιτική αξία, θα πρέπει να συνοδεύεται από μια σαφή πρόταση διακυβέρνησης. Ποιοι να συνεργαστούν με ποιους και υπό ποιες προϋποθέσεις; Οσο αυτό δεν διατυπώνεται, η διαπίστωση είναι κενό γράμμα.
Οπως, αντίστροφα, το να ξορκίζεις ένα ενδεχόμενο πιθανών συνεργασιών με επιχειρήματα που παραπέμπουν στην πολιτική μας ιστορία είναι επίσης αναλυτικά ατελές, καθώς μοιάζει να αγνοεί την πραγματικότητα. Οχι μόνο την εγχώρια, αλλά και την πανευρωπαϊκή, που δείχνει υποχώρηση των παραδοσιακών κομμάτων σε ποσοστά αρκετά χαμηλότερα από εκείνα περασμένων δεκαετιών.
Οποιος αγνοεί την πραγματικότητα χάριν του βολονταρισμού, των εμμονών του ή ενός συγκυριακού τακτικισμού χάνει τη μεγάλη εικόνα. Στην πορεία προς τις εκλογές κανένας δεν θα αποφύγει αυτή τη συζήτηση. Τα γεγονότα θα καθορίσουν τη δυναμική των πραγμάτων. Και τα καθαρά μηνύματα κάθε πρωταγωνιστή σε σχέση με τα γεγονότα αυτά.
*O κ. Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας.

