Στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις ο αγροτικός κόσμος ήταν προνομιακό εκλογικό κοινό για τη Ν.Δ. Με βάση τα exit polls του 2019 και του 2023, η Ν.Δ. έλαβε στους αγρότες αρκετά υψηλότερο ποσοστό από το μέσο πανελλαδικό ποσοστό της.
Η τάση αυτή δεν ήταν καινοφανής. Στο μεγαλύτερο μέρος της Μεταπολίτευσης, οι (κατά κανόνα) πιο συντηρητικές αντιλήψεις του αγροτικού κόσμου, το δημογραφικό προφίλ του, αλλά και η επιρροή των κομματικών και πελατειακών δικτύων των παραδοσιακών κομμάτων, ήταν στοιχεία που ανατροφοδοτούσαν αυτή την εκλογική συμπεριφορά. Το όλο δε πολιτικό κλίμα της προηγούμενης περιόδου, σε συνδυασμό και με την ανάπτυξη κλάδων, όπως π.χ. ο αγροδιατροφικός, δημιούργησε ένα ευνοϊκό για τη Ν.Δ. πολιτικό αφήγημα.
Σήμερα αυτή η σχέση μοιάζει να δοκιμάζεται. Στις δημοσκοπήσεις η φθορά της Ν.Δ. φαίνεται να είναι κάπως μεγαλύτερη στις αγροτικές περιοχές σε σχέση με τα αστικά κέντρα. Ειδικά σε κάποιες περιφέρειες (π.χ. Βόρεια Ελλάδα) η φθορά της είναι δυσανάλογα μεγάλη.
Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι αγρότες –και ακόμη περισσότερο οι κτηνοτρόφοι– είναι σημαντικές. Στα μπλόκα αποτυπώνεται μια δύσκολη πραγματικότητα, την οποία οι πάντες αναγνωρίζουν – συμπεριλαμβανομένης της κυβέρνησης. Ανάλογες διαμαρτυρίες εξάλλου υπάρχουν και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως στη Γαλλία στο πρόσφατο παρελθόν ή στο Βέλγιο τις μέρες αυτές. Το αγροτικό πρόβλημα σε όλη την Ευρώπη εξελίσσεται σε βαθύ και δομικό.
Η ένταση που δημιουργείται, εκτός από τις όποιες κοινωνικές και οικονομικές παρενέργειες έχει, αμφισβητεί και ένα βασικό επιχείρημα της σημερινής κυβέρνησης, ότι παρά τα λάθη της η χώρα έχει μπει σε μια σειρά και η ίδια μπορεί να εγγυηθεί την κοινωνική και πολιτική σταθερότητα.
Το δε σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δηλητηριάζει το κλίμα και επιβαρύνει την όλη κατάσταση ακόμη περισσότερο. Η κυβέρνηση δέχεται έντονη κριτική για την κατάσταση που διαμορφώθηκε. Η διαχρονικότητα του προβλήματος αναγνωρίζεται μεν, αλλά δεν λειτουργεί ως δικαιολογία. Η Ε.Ε. ασκεί αυστηρότερη εποπτεία και απαιτεί συγκεκριμένες διαδικασίες μετά τα όσα αποκαλύφθηκαν. Οι έντιμοι αγρότες εξεγείρονται όταν βλέπουν ότι την ώρα που οι ίδιοι αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες κάποιοι άλλοι «έκαναν πάρτι». Ενώ πολίτες που δεν γνωρίζουν τα αγροτικά θέματα, συνδέουν πράγματα άσχετα μεταξύ τους και γενικά αποκομίζουν την αίσθηση ότι αυτό που εκτυλίσσεται είναι κάτι ανάμεσα σε εκβιασμό ή «αλισβερίσι», το οποίο επίσης ενοχλεί.
Στο περιβάλλον αυτό η κυβέρνηση οφείλει να έχει κυρίως τρεις στόχους. Πρώτον, να μη διαρρήξει πλήρως τη σχέση της με τον αγροτικό κόσμο αντιμετωπίζοντας και υπό αυτό το πρίσμα κάποια από τα αιτήματά του. Δεύτερον, να βάλει όρια στη διαβούλευση ώστε να μην ξεφύγει ευρύτερα η όλη κατάσταση. Τρίτον, να δείξει στο σύνολο της κοινωνίας ότι έχει συναίσθηση της πραγματικότητας και ότι είναι αποφασισμένη να αντιμετωπίσει υφιστάμενες παθογένειες.
Η άσκηση δεν είναι καθόλου απλή. Γιατί, ναι μεν τα αιτήματα του αγροτικού κόσμου αντιμετωπίζονται ως εύλογα από μια ευρεία κοινωνική πλειοψηφία, από την άλλη, όμως, υπάρχουν σαφείς περιορισμοί: Οι ευρωπαϊκοί κανόνες και το πλαίσιο συμφωνίας κυβέρνησης – Ε.Ε. προκειμένου να καταβληθούν οι αποζημιώσεις. Οι δημοσιονομικές αντοχές της χώρας. Το ντόμινο διεκδικήσεων που μπορεί να προκληθεί αν η κυβέρνηση υποχωρήσει ατάκτως.
Κυρίως δύο πράγματα πρέπει να κάνει η κυβέρνηση: Πρώτον, να μιλήσει με ειλικρίνεια επενδύοντας στην ωριμότητα της κοινής γνώμης. Τα απόνερα της αντισυστημικότητας δεν έχουν ασφαλώς υποχωρήσει, ωστόσο, μετά την κρίση, ένα σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης δείχνει πλέον μεγαλύτερο ρεαλισμό στα οικονομικά ζητήματα. Αυτό είναι καλό να το συνεκτιμά και η αντιπολίτευση, καθώς μια δική της πιθανή πλειοδοσία στη λογική «όλα τα κιλά όλα τα λεφτά» ίσως έπληττε την αξιοπιστία της στα μάτια της ευρύτερης κοινής γνώμης.
Δεύτερον, να δείξει ότι έχει ένα σχέδιο για την επόμενη ημέρα. Γενικότερα για τον αγροτικό τομέα, αλλά και για ζητήματα επικαιρότητας. Η απόφαση π.χ. να μεταφερθούν αρμοδιότητες του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ χαίρει ευρείας αποδοχής. Το ποσοστό αυτό δεν είναι σταθερό σε όλες τις έρευνες, αλλά σε όλες είναι αρκετά μεγαλύτερο από το συνολικό ποσοστό αποδοχής της κυβέρνησης. Το ζητούμενο πλέον για την κυβέρνηση δεν είναι τόσο το να δικαιολογηθεί για όσα συνέβαιναν –η μάχη αυτή είναι χαμένη πολιτικά και επικοινωνιακά– αλλά να δείξει ότι, έστω και με καθυστέρηση, προσπαθεί να διορθώσει μια διαχρονική παθογένεια. Οπως αντίστοιχα η αντιπολίτευση και οι αγροτικοί φορείς πρέπει να προσέξουν πώς η αντίδρασή τους δεν θα ερμηνευθεί ως άρνηση αλλαγής μιας δυσώδους κατάστασης.
Οταν λόγω πολυετούς κόπωσης και διαχειριστικών λαθών έχεις χάσει πολιτικό κεφάλαιο, δεν είναι εύκολο να προχωρήσεις σε αλλαγές με πολιτικό κόστος. Αυτές κατά κανόνα πρέπει να γίνονται νωρίς. Εν προκειμένω, όμως, η κυβέρνηση είναι ζωτικό να δείξει ότι έπειτα από 6,5 χρόνια έχει ακόμη σφυγμό και θέλει να κάνει πράγματα. Αλλιώς κινδυνεύει να την πατήσει σαν ποδηλάτης που σταματάει να κάνει πετάλι.
O κ. Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι σύμβουλος Στρατηγικής και Επικοινωνίας.

