Ο μύθος της «ανύπαρκτης» αντιπολίτευσης

4' 11" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

«Δεν υπάρχει αντιπολίτευση». Ακούγεται συχνά, αλλά τελικά μοιάζει περισσότερο με κλισέ παρά με ρεαλιστική απεικόνιση της πολιτικής μας πραγματικότητας. Αν κάτι χαρακτηρίζει τη σημερινή πολιτική σκηνή, δεν είναι η απουσία αντιπολίτευσης, αλλά η υπερπληθώρα της. Ποτέ στο παρελθόν δεν ήταν ενεργά (εντός Βουλής ή κοντά στο όριο εισόδου) τόσο πολλά κόμματα και από τόσο ευρύ φάσμα.

Η παλέτα της σημερινής αντιπολίτευσης διαθέτει κόμματα της κλασικής σοσιαλδημοκρατίας, όπως το ΠΑΣΟΚ. Της ευρωπαϊκής Αριστεράς όπως ο ΣΥΡΙΖΑ. Της ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΜέΡΑ25). Το παραδοσιακό ΚΚΕ. Το Κίνημα Δημοκρατίας του κ. Κασσελάκη που αυτοτοποθετήθηκε στην ευρωομάδα των κεντρώων κομμάτων. Ενώ ταυτόχρονα έχει κόμματα της ριζοσπαστικής ή της υπερσυντηρητικής Δεξιάς, όπως η Φωνή Λογικής ή η Νίκη, αλλά και κόμματα με έντονα λαϊκιστικό και επιθετικό στίγμα, όπως η Ελληνική Λύση ή η Πλεύση Ελευθερίας. Οι περιπτώσεις δε που η σημερινή κυβέρνηση είχε απέναντί της όλα τα παραπάνω κόμματα, με επικριτικά επιχειρήματα να προέρχονταν από όλες τις πλευρές, ήταν πάρα πολλές.

Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν είναι η έλλειψη αντιπολίτευσης, αλλά η έλλειψη εναλλακτικής κυβερνησιμότητας. Κάτι που συνδέεται με (τουλάχιστον) τρία επιμέρους δεδομένα. Πρώτον, τη χαμηλή δυναμική των περισσότερων επιμέρους κομμάτων καθώς, σήμερα τουλάχιστον, κανένα δεν μοιάζει ικανό ούτε να διεκδικήσει την πρώτη θέση ούτε να πάρει «κεφάλι» με διαφορά έναντι των υπολοίπων αντιπολιτευτικών κομμάτων. Δεύτερον, τον κατακερματισμό του πολιτικού σκηνικού. Κάθε πολιτικοϊδεολογικός χώρος καλύπτεται από πολλά κόμματα, τα οποία μάλιστα αλληλοϋπονομεύονται. Τρίτον και βασικότερον, την έλλειψη εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης. Οχι προγραμματικά, αλλά πρακτικά. Ποιοι θα κυβερνήσουν με ποιους και πώς. Ως προς αυτό, έχουμε κόμματα τα οποία ρητώς αυτοεξαιρούνται από την προοπτική συμμετοχής τους σε κάποια συγκυβέρνηση.

Αρα η βασική ερώτηση δεν είναι αν υπάρχει αντιπολίτευση, αλλά ποια αντιπολίτευση μπορεί να εξελιχθεί σε εναλλακτικό πόλο εξουσίας. Και ως προς αυτό εξελίσσονται αρκετά πολιτικά μπρα-ντε-φερ, σε πολλά επιμέρους πεδία. Τόσο μεταξύ των συστημικών και αντισυστημικών κομμάτων της αντιπολίτευσης, όσο και μεταξύ των συστημικών μεταξύ τους.

Οι εντάσεις και η συχνά ανεξέλεγκτη οξύτητα του τελευταίου χρόνου –με αιχμή κυρίως το ζήτημα των Τεμπών, αλλά όχι μόνον– ενίσχυσαν τα πιο αντισυστημικά αντιπολιτευτικά κόμματα (Πλεύση Ελευθερίας, Ελληνική Λύση) που είδαν τα ποσοστά τους να εκτοξεύονται, την ώρα που τα πιο συστημικά (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ) έμεναν στάσιμα ή κατέρρεαν. Ενώ υπάρχουν πάντα και τα σενάρια νέων κομμάτων που θα επιχειρήσουν να καλύψουν το αντισυστημικό ακροατήριο.

Την ίδια ώρα, η σχέση του ΠΑΣΟΚ με τον ΣΥΡΙΖΑ –ή μάλλον με το κόμμα Τσίπρα που θα τον απορροφήσει– χαρακτηρίζεται από μια ιδιότυπη και συχνά ακατανόητη αμφισημία. Παρότι είναι προφανές ότι «ο θάνατος του ενός είναι ζωή του άλλου», η μεταξύ τους σχέση δεν έχει οριοθετηθεί. Και αυτό επειδή ο ένας αντιμετωπίζει τον άλλον ως δυνητικό σύμμαχο, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι θα έχει ο ίδιος το πάνω χέρι. Κάτι που φυσικά δεν είναι ρεαλιστικό, η δεύτερη θέση χωράει μόνο έναν. Οποιος βρεθεί πιο κάτω θα έχει σοβαρά στρατηγικά διλήμματα να διαχειριστεί. Ούτε για το ΠΑΣΟΚ θα είναι εύκολο να γίνει συνιστώσα ενός σχήματος υπό τον κ. Τσίπρα, ούτε φυσικά για τον κ. Τσίπρα να στοιχηθεί πίσω από το ΠΑΣΟΚ. Δεν έφυγε από αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ούτε διαλύει ουσιαστικά το κόμμα με το οποίο έγινε πρωθυπουργός για να συνταχθεί πίσω από οποιονδήποτε άλλον.

Η συνθήκη αυτή δείχνει πόσο μείζον στρατηγικό λάθος ήταν εκ μέρους του ΠΑΣΟΚ οι συζητήσεις που τροφοδοτούσαν τόσο καιρό πολλά στελέχη του –και λιγότερο η ηγεσία του, είναι αλήθεια– για συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό όχι μόνον εμπόδισε την αμφίπλευρη διεύρυνση του ΠΑΣΟΚ, καθώς απέτρεψε απογοητευμένους ψηφοφόρους της Ν.Δ. να πάνε προς εκείνο, αλλά λειτούργησε και ως «τεχνητή αναπνοή» για τον ΣΥΡΙΖΑ όταν ήταν υπό διάλυση.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι πλησιάζοντας προς τις εκλογές, τελειώνει η πολυτέλεια των ασαφών τοποθετήσεων. Τα περισσότερα κόμματα θα έρθουν αντιμέτωπα με τις επιλογές τους και τις συνέπειές τους.

Οπως αντίστοιχα αυξάνει τα ερωτήματα για την ορθότητα της επιλογής του κ. Τσίπρα να επανατοποθετηθεί στο επίκεντρο των εξελίξεων με αιχμή ένα βιβλίο που σε μεγάλο βαθμό αφορά στη χειρότερη περίοδο των σχέσεων μεταξύ παλαιού ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ.

Το μπρα-ντε-φερ μεταξύ των δύο κομμάτων θα είναι το σημαντικότερο στον χώρο της αντιπολίτευσης και αλίμονο στον χαμένο της μονομαχίας…

Η έκβασή της, όμως, δεν αφορά μόνο τα δύο κόμματα, καθώς θα επηρεαστεί το σύνολο του πολιτικού χάρτη και των πιθανών πολιτικών σεναρίων. Προεκλογικά και μετεκλογικά. Αλλες επιλογές και σενάρια θα υπάρχουν αν είναι το ΠΑΣΟΚ δεύτερο κόμμα και άλλες αν είναι τρίτο. Οχι μόνο για το ίδιο το ΠΑΣΟΚ, αλλά και για άλλα κόμματα που θα πιεστούν πολύ περισσότερο από την ίδια την πραγματικότητα για το τι θα κάνουν το ποσοστό που θα διεκδικήσουν.

Ακόμη και η Ν.Δ. –που όσο υπάρχει αυτή η χαοτική κατάσταση στην αντιπολίτευση θα προσδοκά κέρδη από το γεγονός ότι προβάλλεται ως ο βασικός εκφραστής της πολιτικής σταθερότητας– θα αντιμετωπίσει σοβαρά στρατηγικά διλήμματα, ειδικά αν ο στόχος της αυτοδυναμίας κάποια στιγμή φανεί ανέφικτος. Απλώς τα δικά της διλήμματα μοιάζουν λιγότερο υπαρξιακά από των ανταγωνιστών της.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι πλησιάζοντας προς τις εκλογές, τελειώνει η πολυτέλεια των ασαφών τοποθετήσεων. Τα περισσότερα κόμματα θα έρθουν αντιμέτωπα με τις επιλογές τους και τις συνέπειές τους.

*O κ. Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι σύμβουλος Στρατηγικής και Επικοινωνίας.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT