Για να μείνει δεύτερο το ΠΑΣΟΚ πρέπει να σκέφτεται σαν πρώτο

Για να μείνει δεύτερο το ΠΑΣΟΚ πρέπει να σκέφτεται σαν πρώτο

3' 48" χρόνος ανάγνωσης

Η προαναγγελία δημιουργίας νέου κόμματος από τον Αλέξη Τσίπρα, αναπόφευκτα δημιουργεί νέα δεδομένα στο πολιτικό τοπίο, παρά το γεγονός ότι είναι νωρίς για να αποτιμήσουμε την εμβέλεια του εγχειρήματος. Ωστόσο, όλα τα πολιτικά κόμματα επανεκτιμούν ή επαναπροσδιορίζουν τις στρατηγικές τους. Μεταξύ αυτών περισσότερο η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ.

Για τη Ν.∆. η στρατηγική τοποθέτηση είναι πιο εύκολη. Αφενός είναι πιο διακριτή η απόσταση στα εκλογικά κοινά μεταξύ των δύο κομμάτων. Αφετέρου η Ν.Δ. θεωρεί ότι θα ευνοηθεί από το νέο κόμμα Τσίπρα και διαμέσου της πόλωσης, που εκ των πραγμάτων δεν βοηθάει τον ενδιάμεσο παίκτη που είναι το ΠΑΣΟΚ. Με άλλα λόγια, η Ν.Δ. δεν θεωρεί απλώς εύκολο αντίπαλο τον Αλέξη Τσίπρα, αλλά ότι αυτός της «παρέχει υπηρεσίες» σε σχέση με την εκλογική συμπίεση του ΠΑΣΟΚ, που είναι ο χωρικά εγγύτερος ανταγωνιστής της Ν.Δ. στα αριστερά της.

Για το ΠΑΣΟΚ, το παζλ είναι πιο σύνθετο, τόσο γιατί δημοσκοπικά δεν φαίνεται να αναπτύσσει κάποια δυναμική όσο γιατί, ενώ προσδοκά αμφίπλευρες εισροές ψηφοφόρων –αριστερών και δεξιών– αυτό δημιουργεί δυσκολίες αποσαφήνισης του δικού του στίγματος και επιβάλλει «διμέτωπο αγώνα». Στην πραγματικότητα, με το νέο κόμμα Τσίπρα, στο ΠΑΣΟΚ επιστρέφει ένα –όχι και τόσο– παλιό πρόβλημα: ποιος θα κυριαρχήσει στον προοδευτικό χώρο. Το ερώτημα δεν είναι απλώς αριθμητικό. Το ποιος θα είναι δεύτερος αφορά στην πραγματικότητα το ποιος θα ενσαρκώσει την εναλλακτική προοπτική εξουσίας. Στο νέο σκηνικό, το ΠΑΣΟΚ δεν καλείται απλώς να «αντέξει» στις μετρήσεις· καλείται να αποδείξει ότι αξίζει να παραμείνει ο κεντρικός πυλώνας της Κεντροαριστεράς, ότι είναι δηλαδή αξιόπιστος, εναλλακτικός πόλος εξουσίας έναντι της Ν.Δ.

Για να παγιωθεί το ΠΑΣΟΚ στη δεύτερη θέση, ο πρώτος όρος είναι η απολύτως καθαρή ταυτότητα. Οχι μόνο να φέρει την Κεντροαριστερά ως ετικέτα, αλλά να έχει μια ξεκάθαρη, πειστική σοσιαλδημοκρατική πρόταση: ευρωπαϊκός προσανατολισμός, κράτος δικαίου, ισχυρό κοινωνικό κράτος, προοδευτικές μεταρρυθμίσεις με σύγχρονο περιεχόμενο. Ο πολιτικός χώρος ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά υπάρχει με όρους ιδεολογίας και πολιτικής προσφοράς. Το ζήτημα είναι να είναι συγκροτημένος, διακριτός και να μην ετεροπροσδιορίζεται. Η ασάφεια εδώ είναι θανάσιμη: ό,τι δεν ορίσει το ΠΑΣΟΚ για τον εαυτό του, θα το ορίσουν οι αντίπαλοί του για εκείνο – σίγουρα όχι για να το δικαιώσουν.

Ο δεύτερος όρος είναι να θέσει μια πολιτική ατζέντα με ουσία και ρεαλισμό. Οταν οι πολίτες επιλέγουν κόμμα, δυνάμει κυβερνητικό, δεν αναζητούν τον πιο ευφάνταστο καταγγελτικό λόγο, αλλά εκείνον που μπορεί να απαντήσει στα βασικά: μισθοί, ακρίβεια, υγεία, παιδεία, στέγη. Δεδομένης της γεωπολιτικής αστάθειας και της παγίωσης πολλαπλών αλληλένδετων κρίσεων, πολιτική ατζέντα δεν είναι μόνο μέτρα κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής. Το ΠΑΣΟΚ πρέπει να σηματοδοτεί τη σταθερότητα, την ανθεκτικότητα και την πρόοδο. Πρέπει να γίνει το πρώτο κόμμα που έρχεται στο μυαλό όταν κάποιος προοδευτικός πολίτης σκέφτεται «ποιος μπορεί όντως να βελτιώσει τη ζωή μου;». Αυτό απαιτεί ηγετικότητα, όραμα, πολιτική και τεχνοκρατική επάρκεια. Οχι γενικόλογες υποσχέσεις.

Στο νέο σκηνικό, το ΠΑΣΟΚ καλείται να αποδείξει ότι αξίζει να παραμείνει ο κεντρικός πυλώνας της Κεντροαριστεράς, ότι είναι δηλαδή αξιόπιστος, εναλλακτικός πόλος εξουσίας έναντι της Ν.Δ.

Ο τρίτος όρος είναι οργανωτικός και πολιτισμικός μαζί. Μια νέα σχέση με την κοινωνία, μέσα από ισχυρότερη κοινωνική γείωση. Ο Τσίπρας οικειοποιείται τη γλώσσα της αυτοοργάνωσης από το ρεπερτόριο δράσης του ΠΑΣΟΚ του 1970. Το ΠΑΣΟΚ είναι σαφώς πιο εύρωστο οργανωτικά, ωστόσο χρειάζεται να μπολιάσει την κοινωνική γείωση με τη συμμετοχική πολιτική: ενεργές τοπικές οργανώσεις, παρουσία σε συλλόγους, χώρους εργασίας, κινήσεις πόλης, ουσιαστική ένταξη νέων ανθρώπων, ψηφιακή και φυσική παρουσία.

Τέταρτος όρος: Η αντιπαράθεση οφείλει να είναι πολιτική και όχι προσωποποιημένη. Η αντι-μητσοτακική και αντι-τσιπρική ρητορεία απλώς θα νομιμοποιήσει τους δύο αυτούς ηγέτες ως βασικούς αντιπάλους. Χρειάζεται μια λεπτή ισορροπία: σταθερή αντιπαράθεση με τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και τη διακυβέρνηση Ν.Δ., μέσω κριτικής στους απολογισμούς και τις στρατηγικές τους, χωρίς ηθική απαξίωση του κόσμου που πίστεψε –και ίσως ακόμη πιστεύει– στον Τσίπρα ή στον Μητσοτάκη. Σημαίνει επίσης ότι θα προβάλει το ίδιο το ΠΑΣΟΚ την κουλτούρα συνεργασιών, θέτοντας εκ προοιμίου το ίδιο αξιακά και πολιτικά το πλαίσιο και το περιεχόμενό τους. Ενα κόμμα που συμπεριφέρεται σαν πιθανό κυβερνητικό κόμμα, ακόμη κι όταν είναι στην αντιπολίτευση, είναι πιο εύκολο να γίνει πράγματι τέτοιο.

Τέλος, όλα αυτά ακυρώνονται αν λείπει η εσωτερική σοβαρότητα. Ενα κόμμα που διεκδικεί να γίνει δεύτερος πόλος, δεν μπορεί να εμφανίζεται εγκλωβισμένο σε μικροηγεμονισμούς. Αν το ΠΑΣΟΚ κατορθώσει να παρουσιάσει μια εικόνα ενιαίου, ανανεωμένου, αλλά και θεσμικά ώριμου φορέα, που σέβεται τους κανόνες και δεν υπόσχεται θαύματα, τότε η δεύτερη θέση δεν θα είναι προϊόν συγκυρίας, αλλά αποτέλεσμα κυριαρχίας σε ένα νέο, δύσκολο κέντρο της ελληνικής κοινωνίας. Για να παραμείνει δεύτερο κόμμα, το ΠΑΣΟΚ πρέπει να αρχίσει να σκέφτεται και να συμπεριφέρεται σαν πρώτο.

*Η κ. Λαμπρινή Ρόρη είναι επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικής Ανάλυσης στο ΕΚΠΑ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT