Στη σημερινή Ελλάδα, δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί πολιτικοί –όπως και ορισμένοι που απλώς φαντάζονται ότι είναι ή που αισθάνονται πως «η Ιστορία τούς χρωστάει κάτι»– σκέφτονται να ιδρύσουν κόμμα. Πέρα από τις προσωπικές φιλοδοξίες, το ίδιο το πολιτικό σύστημα είναι ασυνήθιστα δεκτικό στην εμφάνιση νέων σχηματισμών: το εκλογικό κατώφλι εισόδου στη Βουλή παραμένει χαμηλό, η κοινωνική δυσαρέσκεια είναι διάχυτη –αν και ανοργάνωτη–, οι πρόθυμοι χρηματοδότες δεν λείπουν και ο κομματικός χάρτης παρουσιάζει σημαντικά κενά εκπροσώπησης, που περιμένουν κάποιον να τα καταλάβει. Ολα αυτά, όμως, συνιστούν δυνατότητες, όχι εγγυήσεις επιτυχίας. Το δύσκολο δεν είναι η εμφάνιση ενός νέου κόμματος, αλλά η συγκρότησή του. Το πρακτικό ερώτημα, λοιπόν, παραμένει: Τι χρειάζεται για να δημιουργηθεί ένας νέος κομματικός οργανισμός που δεν θα εξαντληθεί στο λανσάρισμά του;
Η ίδρυση νέου κόμματος προϋποθέτει μια πειθαρχημένη ακολουθία βημάτων: καθαρή επιλογή του τύπου κόμματος που θέλει κάποιος να συγκροτήσει, επιμελημένη εκτέλεση των βασικών οργανωτικών σταδίων –στόχος, πρόγραμμα, επιτελείο– στη σωστή σειρά και, πάνω απ’ όλα, την απόδειξη ότι ο ιδρυτής διαθέτει τα χαρακτηριστικά πραγματικού ηγέτη, ικανού να μετατρέψει όλα αυτά τα στοιχεία σε συλλογική δυναμική.
Πρώτο βήμα είναι να ξεκαθαρίσει κανείς τι είδους κόμμα θέλει να δημιουργήσει. Γενικεύοντας κάπως, τα κοινοβουλευτικά κόμματα χωρίζονται σε τρία είδη, σύμφωνα με τις δυνατότητες και τις πολιτικές φιλοδοξίες τους. Υπάρχουν τα πλειοψηφικά κόμματα, εκείνα που μπορούν να κυβερνήσουν εξασφαλίζοντας τη μεγαλύτερη μερίδα εδρών στο Κοινοβούλιο. Μετά υπάρχουν τα μειοψηφικά κόμματα, που δεν στοχεύουν στην αυτοδυναμία αλλά επιδιώκουν επιρροή μέσω συνεργασιών και συμμαχικών κυβερνήσεων. Και, τέλος, υπάρχουν τα μικρά κόμματα ειδικού σκοπού, που άλλοτε εμφανίζονται ως προσωπικά οχήματα ενός αρχηγού και άλλοτε ως ιδεολογικές «μπουτίκ» για συγκεκριμένο εκλογικό ακροατήριο. Αυτά δεν αναζητούν κυβερνητική εξουσία ούτε ενδιαφέρονται για συνεργασίες· λειτουργούν κυρίως ως μοχλοί πίεσης, με κύριο μέλημα τη δική τους επιβίωση. Με βάση αυτή την τριμερή διάκριση, όποιος σκέφτεται να ιδρύσει κόμμα οφείλει αρχικά να απαντήσει μια απλή αλλά αμείλικτη ερώτηση: Για ποιο είδος κόμματος ταιριάζουν οι ηγετικές μου δυνατότητες και τι μπορώ να πετύχω στις δεδομένες πολιτικές συνθήκες;
Οποιο και αν είναι το μέγεθος του εγχειρήματος, πάντως, κάθε κόμμα που θέλει να σταθεί στα πόδια του χρειάζεται τρία βασικά συστατικά. Πρώτον, έναν σαφή στόχο – ή, για να το θέσουμε πιο κομψά, ένα αφήγημα. Οχι το γενικό «να αλλάξουμε τη χώρα», αλλά έναν συγκεκριμένο λόγο ύπαρξης. Ποια προβλήματα παραμένουν άλυτα επειδή τα υπάρχοντα κόμματα είτε αδυνατούν είτε δεν τολμούν να τα αντιμετωπίσουν; Η πολιτική είναι μια τέχνη ιεράρχησης, πράγμα που σημαίνει ότι χωρίς μια κεντρική προτεραιότητα, δεν υπάρχει αφήγημα παρά μόνο θόρυβος. Δεύτερον, χρειάζεται ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα που δεν θα μοιάζει με ευχολόγιο ή λίστα επιθυμιών – ένα ρεαλιστικό σχέδιο δράσης. Ποιο είναι το πρώτο νομοσχέδιο που θα καταθέσει το νέο κόμμα στη Βουλή; Ποια δύο υπουργεία θα μεταρρύθμιζε κατά προτεραιότητα; Ποιες αντιστάσεις προεξοφλεί και με ποιο σχέδιο σκοπεύει να τις ξεπεράσει; Ενα σοβαρό πρόγραμμα αποκαλύπτει όχι μόνο τι θέλει το κόμμα, αλλά αν γνωρίζει πώς θα το πετύχει. Τρίτον, χρειάζεται ένα οργανωμένο και ικανό επιτελείο που αργότερα θα στελεχώσει τις κυβερνητικές θέσεις – κάτι που οι επίδοξοι κομματικοί αρχηγοί συχνά τείνουν να παραγνωρίζουν ή να υποτιμούν. Τα πολιτικά προγράμματα δεν υλοποιούνται από καλές προθέσεις, αλλά από ανθρώπους που γνωρίζουν τη διοίκηση, διαθέτουν αντοχές και μπορούν να σχεδιάζουν και να εφαρμόζουν. Το επιτελείο είναι ο πραγματικός δείκτης σοβαρότητας ενός κόμματος, όπως και το μόνο αξιόπιστο αντίδοτο στον πολιτικό ερασιτεχνισμό.
Απαιτούνται τρία βασικά συστατικά: σαφής στόχος, ρεαλιστικό πρόγραμμα και ικανό επιτελείο. Ωστόσο η ποιότητα της ηγεσίας του ιδρυτή θα κρίνει αν το κόμμα θα εξελιχθεί σε σταθερό οργανισμό ή θα αποδειχθεί «πολιτικός αερόλιθος».
Ωστόσο, ακόμη κι αν υπάρχουν στόχος, πρόγραμμα και επιτελείο, τίποτα σε ένα νέο κόμμα δεν κινείται από μόνο του. Τα κόμματα δεν ιδρύονται γύρω από δομές αλλά σχεδόν πάντα γύρω από πρόσωπα. Και στο κέντρο ενός νέου κόμματος βρίσκεται ο ιδρυτής του – ο άνθρωπος που πιστεύει ότι εντόπισε πολιτικό κενό και ότι μπορεί να το καλύψει. Εκείνος θέτει τους στόχους, διαμορφώνει το πρόγραμμα και κινητοποιεί την ομάδα που καλείται να το υλοποιήσει. Η ποιότητα της ηγεσίας του –η καθαρότητα της κρίσης του, η ικανότητά του να ιεραρχεί, η συναισθηματική του πειθαρχία, η ικανότητά του να εμπνέει– θα κρίνει αν το κόμμα θα εξελιχθεί σε σταθερό οργανισμό ή αν, αντιθέτως, αποδειχθεί ένας απλός «πολιτικός αερόλιθος», για να δανειστώ μια φράση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη από τη δεκαετία του ’60.
Πολλοί πιστεύουν ότι η ίδρυση κόμματος είναι υπόθεση ονόματος, λογότυπου και επικοινωνιακής στρατηγικής. Στην πραγματικότητα, είναι δοκιμασία στρατηγικής, περιεχομένου και αντοχής. Το δύσκολο δεν είναι να έχει κανείς μια ιδέα, αλλά να μπορεί να οικοδομήσει γύρω της έναν πραγματικό πολιτικό οργανισμό. Οσοι μπορούν, αξίζει να το επιχειρήσουν. Οι υπόλοιποι απλώς προσθέτουν αχρείαστους κινδύνους σε ένα ήδη υπερφορτωμένο και αρκετά δυσλειτουργικό κομματικό σύστημα.
*Ο κ. Τάκης Σ. Παππάς είναι πολιτικός επιστήμων και συγγραφέας. Το νέο του βιβλίο «Εξηγώντας τον Τραμπ» κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία.

