Οι υποθέσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ και του κλεισίματος απομακρυσμένων καταστημάτων των ΕΛΤΑ –αν και πολύ διαφορετικές μεταξύ τους και ανεξαρτήτως αιτιών, κινήτρων ή λογικής– παράγουν συνέπειες, κοινό έδαφος των οποίων είναι ότι αφορούν τους κατοίκους της υπαίθρου. Οι αγροτικές επιδοτήσεις μακροπρόθεσμα θα εξομαλυνθούν και οι ταχυδρομικές αποστολές θα βρουν νέα μονοπάτια, ενδεχομένως και καλύτερα χάρη στη διαρκή τεχνολογική πρόοδο. Ωστόσο, στον παρόντα χρόνο οι παράπλευρες απώλειες για τους αγρότες που δεν έλαβαν παράνομες επιδοτήσεις και το απροειδοποίητο του χαρακτήρα της αλλαγής στα ταχυδρομεία εντείνουν την αίσθηση άνισης μεταχείρισης μεταξύ κέντρου και περιφέρειας.
Η πρόσφατη διεθνής βιβλιογραφία δείχνει ότι η κοινωνικοοικονομική αναδιάρθρωση της τελευταίας γενιάς έχει προκαλέσει την ανάδυση μιας παλιάς διαίρεσης μεταξύ πόλης και υπαίθρου, με νέο ωστόσο περιεχόμενο. Αφενός οι παγκοσμιοποιημένες μητροπόλεις αναπτύσσονται διαρκώς και συγκεντρώνουν ευκαιρίες· αφετέρου τα περιφερειακά και αγροτικά εδάφη χάνουν πληθυσμό, υπηρεσίες και κύρος. Αυτή η αυξανόμενη γεωγραφική σχάση μεταξύ ακμαζουσών πόλεων και παρακμάζουσας ενδοχώρας έχει αναγνωριστεί ως βασικός τροφοδότης νέων πολιτικών διαιρέσεων στην Ευρώπη.
Η σχάση αυτή βιώνεται κατ’ αρχάς υλικά: Η απόσυρση υποδομών σε απόμακρες περιοχές (ταχυδρομεία, αγροτικές πληρωμές, συγκοινωνίες) αφήνει ένα αποτύπωμα υποβάθμισης και ένα αίσθημα ανασφάλειας στην καθημερινότητα, ενώ οι πολιτικές προστασίας του περιβάλλοντος συχνά επιβαρύνουν δυσανάλογα αυτούς που ζουν και εργάζονται στην περιφέρεια. Σε συμβολικό επίπεδο, σε τοπικές κοινωνίες που νιώθουν παραμελημένες, υποβαθμισμένες και αδικημένες, ενεργοποιούνται μηχανισμοί ταυτότητας και απώλειας γοήτρου. Η κοινωνικοψυχολογική έρευνα δείχνει ότι όσο λιγότερο διασταυρώνονται οι ταυτότητες, όπως η κοινωνική τάξη, το επίπεδο εκπαίδευσης, ο τόπος κατοικίας, τόσο εντείνονται οι συγκρούσεις τύπου «εμείς εναντίον εκείνων»· η σύμπτωση εκπαιδευτικών, ταξικών και γεωγραφικών διαφορών οξύνει την πόλωση. Αντίθετα, όταν αναμειγνύονται οι ηλικίες, τα επίπεδα εκπαίδευσης, ταξικής καταβολής και οι τόποι κατοικίας, τότε υπάρχουν περισσότερα κοινά συμφέροντα, κοινές κοινωνικές αναφορές, περισσότερη κατανόηση και πιο μετριοπαθείς επιλογές.
Σε αυτό το πλαίσιο αναδύεται η νέα πανευρωπαϊκή διαιρετική τομή οικουμενισμού – ιδιαιτερισμού (universalism – particularism) που αντιπαραβάλλει την προτεραιότητα των καθολικών κανόνων και της ισότητας με την προτεραιότητα ιδιότυπων κανόνων υπέρ των «δικών μας», είτε αυτό ορίζεται με όρους έθνους, είτε τόπου, είτε παράδοσης (Bornschier et al. 2024). Οι μεν δίνουν προτεραιότητα σε ανοιχτές αγορές και κοινωνίες, σε κοσμοπολίτικες αξίες· οι δε προτάσσουν την προστασία της εθνικής κοινότητας, της παράδοσης και ιεραρχιών κύρους – μήνυμα που βρίσκει ευήκοα ώτα ειδικά σε ομάδες που βιώνουν σχετική υποβάθμιση.
Καθαρή πολιτική έκφραση και συνέπεια του χωρικού αυτού μοτίβου ήταν το Brexit το 2016, με τις μεγάλες πόλεις να ψηφίζουν Remain και τις μικρές πόλεις και αγροτικές περιοχές Leave. Τα «Κίτρινα Γιλέκα» στη Γαλλία το 2018-2019 είχαν επίσης ισχυρή χωρική διάσταση εκτός μητροπόλεων, ενώ το 2024 οι Γάλλοι αγρότες εξέφρασαν μαζικά την ένταση της αγροτικής δυσαρέσκειας έναντι των τιμών, των εισαγωγών και των πράσινων ρυθμίσεων. Εκλογικά, το ακροδεξιό Rassemblement National αναδείχθηκε θριαμβευτής στις ευρωεκλογές του ίδιου χρόνου, με ισχυρή επίδοση σε ψηφοφόρους με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης, εισοδηματικά αδύναμες ζώνες και στις μικρές κοινότητες. Και πέρα όμως από τη Γαλλία, οι αγροτικές κινητοποιήσεις γύρω από καύσιμα, ρυθμίσεις και εισαγωγές νομιμοποιούν πολιτικά στις ακροδεξιές, ευρωσκεπτικιστικές ατζέντες και κινητοποιούν ψηφοφόρους, με πρόσφατες ενδείξεις στην Ολλανδία, στην Πολωνία, στη Γερμανία και την Ισπανία.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για μεταρρυθμίσεις σαν αυτές που συζητάμε; Πρώτον, ότι ο τρόπος εφαρμογής έχει τόσο πολιτική όσο και ουσιαστική σημασία. Τεχνικά ορθολογικές αναδιαρθρώσεις, όπως ο ψηφιακός μετασχηματισμός πληρωμών, ο εξορθολογισμός δικτύων, παράγουν πολιτικά κόστη όταν αποσύρουν το πρόσωπο του κράτους από μικρές πόλεις και χωριά. Σε περιβάλλον ήδη οξυμένης χωρικής, εκπαιδευτικής και αξιακής πόλωσης, κάθε βλάβη στην προσβασιμότητα ερμηνεύεται ως ένα ακόμη επεισόδιο άνισης μεταχείρισης. Η διεθνής συζήτηση για τις παρούσες διαιρετικές τομές υπενθυμίζει ότι η αντίληψη αδικίας, το υποκειμενικό δηλαδή βίωμα και όχι απαραίτητα τα αντικειμενικά μεγέθη, είναι ο κατεξοχήν μηχανισμός πολιτικής κινητοποίησης.
Δεύτερον, εάν θέλουμε μεταρρυθμίσεις χωρίς ρήξη του νήματος, πρέπει να σχεδιάζονται με χωρική δικαιοσύνη και ορατότητα: να αξιολογούνται οι εδαφικές επιπτώσεις ex ante· να διατηρούνται φυσικές θυρίδες σε περιόδους μετάβασης ή κινητές μονάδες εξυπηρέτησης όπου αποσύρονται δομές· να παρέχονται εγγυήσεις αξιοπιστίας σε κρίσιμες ροές (όπως στις αγροτικές πληρωμές) με ισχυρά σχήματα λογοδοσίας· οι μεταρρυθμίσεις να σχεδιάζονται συμμετοχικά με τους τοπικούς φορείς.
Τρίτον, η ρητορική και η πολιτική επικοινωνία με την ουσιαστική έννοια του όρου μετρούν. Πέρα από την ενημέρωση και τη διαβούλευση, χρειάζονται γέφυρες που συνδυάζουν καθολικές αρχές όπως η ισότητα στην πρόσβαση, η αξιοπρέπεια των παρεχόμενων υπηρεσιών με την αναγνώριση της τοπικής ιδιαιτερότητας και του «ανήκειν», ώστε να μην εγκλωβίζεται η πολιτική στην πόλωση οικουμενισμού – ιδιαιτερισμού, κέντρου versus περιφέρειας, εμείς ή αυτοί.
Δεν υπάρχει, άρα, εκ προοιμίου κάποια νομοτέλεια μεταξύ εφαρμογής μεταρρυθμίσεων και όξυνσης ανισοτήτων. Μεταρρυθμίσεις μπορούν να γίνουν χωρίς να βαθύνει το χάσμα, αλλά μόνο αν αντιμετωπίσουν ευθέως τη χωρική διάσταση της ανισότητας και το αίσθημα εγκατάλειψης που τροφοδοτεί την ταυτοτική πολιτική της εποχής μας.
*Η κ. Λαμπρινή Ρόρη είναι επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικής Ανάλυσης στο ΕΚΠΑ.

