Πότε έχει δίκιο η αντιπολίτευση; Οταν κατακεραυνώνει ομοθύμως την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης ως «επικίνδυνη για τα εθνικά συμφέροντα»; Ή όταν την προσυπογράφει, υπερψηφίζοντας τις αμυντικές δαπάνες;
Γίνεται η ίδια κυβέρνηση να είναι ταυτόχρονα εθνικώς επικίνδυνη, όταν ματαιώνεται ένα ραντεβού με τον Ερντογάν στη Νέα Υόρκη, και σώφρων, όταν αποφασίζεται η άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων ή η αγορά μιας νέας πανάκριβης φρεγάτας; Δεν μπορεί. Σε κάποια από τις δύο κοντινές στιγμές, η αντιπολίτευση κάνει λάθος. Κρίνει την εξωτερική πολιτική με αμιγώς εσωτερικά κριτήρια.
Η σύγχυση δεν βαραίνει μόνο τη θεσμική αντιπολίτευση. Οταν ένας λαλίστατος υπουργός, άσχετου με την εξωτερική πολιτική χαρτοφυλακίου, αισθάνεται την ανάγκη να υπερασπιστεί τους χειρισμούς και το γόητρο της ελληνικής διπλωματίας, δεν είναι ευδιάκριτο αν το κάνει για να απαντήσει στην αντιπολίτευση ή στους συναδέλφους του στην κυβέρνηση που αντιλαμβάνεται ως εσωκομματικούς αντιπάλους.
Το βίντεο που μας έμαθε, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, όσα δεν ξέραμε για την Τουρκία.
Η «εθνική επιτυχία» από την «εθνική αποτυχία» απέχει όσο και η μια προσωπική ατζέντα από την άλλη. Οι «αναλύσεις» για τη θέση της χώρας προδικάζονται συχνά από τον μητσοτακισμό ή τον αντιμητσοτακισμό του «αναλυτή» – ακόμη κι όταν αυτός που υποβάλλει την προαποφασισμένη «ανάλυση» τυγχάνει κυβερνητικός παράγοντας.
Το φαινόμενο δεν είναι ούτε νέο, ούτε μόνο δικό μας. Το παλιό αμερικανικό μάντρα λέει ότι «όλη η πολιτική είναι τοπική». Αυτό αποκάλυψε και η αδέσποτη κάμερα που «έγραφε» εν αγνοία του τον δύσμοιρο Χουσεΐν Γκιουνάι. Ο Τούρκος ανταποκριτής στην Ουάσιγκτον δεν εννοούσε να προβεί σε κανένα ηρωικό διάβημα. Δεν σκόπευε να πει όσα δεν λέγονται. Η ωμή περιγραφή του παρασκηνίου που προσέφερε άκων στη δημοσιότητα μας έμαθε όμως, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, όσα δεν θα μαθαίναμε ακόμη κι αν διαβάζαμε κάθε μέρα όλο τον τουρκικό Τύπο.
Οι ανταγωνισμοί για τη διαδοχή του Ερντογάν στην πίσω αυλή του παλατιού, ακόμη και μεταξύ μελών της ίδιας της οικογένειάς του, επηρεάζουν τις αποφάσεις –και τις παραλείψεις– της Αγκυρας. Η «περιφερειακή δύναμη», που φιλοδοξεί να ηγεμονεύσει στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο, καθοδηγείται από μια ανακτορική κλίκα που δεν κινείται μόνο με το βλέμμα στον χάρτη, αλλά και με το ένα μάτι στα ενδόμυχά της δώματα.
Το τυχαίο στριπτίζ της Αγκυρας δεν είναι για μας παρηγοριά. Η δική τους καμαρίλα δεν δικαιολογεί τη δική μας. Είναι ωστόσο μια ευκαιρία προσγείωσης στην πραγματικότητα για όσους έχουν μεθύσει από τον μύθο της Τουρκίας, που οι ίδιοι έχουν πλέξει. Η φαντασιακή ισχύς του αντιπάλου είναι μια εσωτερική πολιτική ανάγκη – μια λατρεία του Ερντογάν εξ αντανακλάσεως. Ο σουλτάνος όμως είναι ενίοτε γυμνός, όσο και τα κίνητρα όσων τον λιβανίζουν στην Ελλάδα, με θυμίαμα τις αθηναϊκές τους μνησικακίες.

