Το μεταδημοκρατικό σίριαλ της γαλλικής πολιτείας θα συνεχιζόταν ίσως εν μέσω σχετικής αδιαφορίας από τη διεθνή δημοσιολογία, ως κάτι σαν «ρουτίνα εκτροπής», και η τέταρτη κατά σειρά κυβέρνηση μειοψηφίας του Εμανουέλ Μακρόν θα ετοιμαζόταν κι αυτή να πέσει στο γνωστό δίχτυ θεσμικής ασφαλείας της Πέμπτης Δημοκρατίας, αν δεν διαφαίνονταν στον ορίζοντα δύο εντυπωσιακά αστάθμητοι και συγχρονισμένα δυσοίωνοι παράγοντες: το ΔΝΤ και η λαϊκή κινητοποίηση της 10ης Σεπτεμβρίου.
Μετά τις πτώσεις των κυβερνήσεων Μπορν (Ιαν. 2024) και Ατάλ (Σεπτ. 2024) που νομοθετούσαν βασικά με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, και που οδήγησαν το κόμμα του Γάλλου προέδρου στην πανωλεθρία των τελευταίων ευρωεκλογών (14,5%), μετά και την κατάρρευση της εφήμερης κυβέρνησης Μπαρνιέ (Δεκ. 2024), η τελευταία κυβέρνηση κοινοβουλευτικής μειοψηφίας του Μακρονικού consensus ανακοίνωσε, έπειτα από δραματικό διάγγελμα του κεντροδεξιού της πρωθυπουργού Φρανσουά Μπαϊρού, ότι στις 8 Σεπτεμβρίου θα ζητήσει την ψήφο εμπιστοσύνης της γαλλικής εθνοσυνέλευσης. Δραματικό, διότι είδε τον Μπαϊρού να λέει επί λέξει ότι η Γαλλία «είναι στο χείλος του γκρεμού», «ένα βήμα πριν από την κρίση χρέους», κι ότι πρέπει να μπει κατεπειγόντως σε πρόγραμμα σκληρής λιτότητας και περικοπών ύψους 44 δισ. ευρώ. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε, κατ’ αρχάς, ότι η «εποχή Μακρόν» χαρακτηρίζεται ήδη από σκληρή λιτότητα και κοινωνικό αυταρχισμό (Κίτρινα Γιλέκα, κρίση του συνταξιοδοτικού, κ.λπ.) και ταυτόχρονη υπερσυσσώρευση πλούτου (από τα 570 δισ. το 2017, οι 500 μεγαλύτερες περιουσίες της χώρας ανήλθαν στο 1,2 τρισ. το 2024, κυρίως χάρη στην κατάργηση του φόρου μεγάλης περιουσίας ISF), συνεπώς οποιαδήποτε λαϊκή «στήριξη» του νέου διασωστικού εγχειρήματος θα πρέπει προφανώς να θεωρείται χαμένη από χέρι – τουναντίον, προετοιμάζονται γιγαντιαίες διαδηλώσεις και πανεθνικές απεργίες, που από την Τετάρτη 10.9 αναμένεται να παραλύσουν τη Γαλλία.
Η κίνηση Μπαϊρού δείχνει εδώ συγκριτικά αξιοπρεπής, στον βαθμό που επαναφέρει μια υποψία κοινοβουλευτισμού μέσα στο γενικευμένο ντελίριο αντικοινοβουλευτικής διακυβέρνησης της «Μακρονίας».
Πρέπει όμως να παρατηρήσουμε και το εξής: η κίνηση Μπαϊρού δείχνει εδώ συγκριτικά αξιοπρεπής, στον βαθμό που επαναφέρει μια υποψία κοινοβουλευτισμού μέσα στο γενικευμένο ντελίριο αντικοινοβουλευτικής διακυβέρνησης της «Μακρονίας». Για πρώτη φορά έπειτα από πολλά χρόνια, για την κοινωνικοοικονομική πολιτική θα αποφασίσει η Βουλή και όχι ο πρόεδρος. Τζογάροντας πάνω σε ένα πολύ πραγματικό ενδεχόμενο απόρριψης της πολιτικής του –ήδη το διάγγελμά του προκάλεσε πτώση του CAC40 και άνοδο των επιτοκίων–, ο Μπαϊρού στέλνει φυσικά το, πολύ γνωστό και σε μας, εκβιαστικό δίλημμα λιτότητα ή καταστροφή, στην πόρτα του δικαιωματικού του παραλήπτη, στους βουλευτές του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Καθώς αυτό είναι το κόμμα που άλλαξε τη ρότα της γαλλικής Κεντροαριστεράς προς τον φιλελευθερισμό, αυτό είναι το κόμμα όλων των κοινωνικών υποχωρήσεων και συμβιβασμών, σε τελική ανάλυση: αυτό είναι το κόμμα από τα σπλάχνα του οποίου ξεπήδησε ο ίδιος ο Μακρονισμός. Κατά κάποιον τρόπο, λέει με την κίνησή του ο Μπαϊρού, οι Σοσιαλιστές οφείλουν να στηρίξουν το κυβερνητικό πρόγραμμα λιτότητας, αυτοί που, μολονότι χρωστάνε τον υπερβολικά μεγάλο αριθμό βουλευτών τους στην προ ενός έτους ενωτική πρωτοβουλία Μελανσόν, είναι σήμερα οι μοναδικοί που μπορούν να γείρουν την πλάστιγγα της ψήφου εμπιστοσύνης υπέρ του προεδρικού στρατοπέδου. Εάν βέβαια το κάνουν, θα αφανιστούν. Oχι όπως το μνημονιακό ΠΑΣΟΚ που πέρασε απ’ το 44% στο 5%, καθώς αυτό έχει ήδη συμβεί στο Σ.Κ. σταδιακά από το δημοψήφισμα για το Ευρωσύνταγμα (2005) και μετά, αλλά ταυτίζοντας την πολιτική τους ταυτότητα με το περιρρέον κεντρώο ναυάγιο.
Η οικονομική κρίση έρχεται, θα είναι διεθνής και θα είναι δομική. Ολα τα σημάδια το δείχνουν, από την παγκόσμια υπερτίμηση των μετοχών ψηφιακής τεχνολογίας μέχρι την επιθετική πολιτική Τραμπ και τις δεσμεύσεις για επανεξοπλισμό. Και ακριβώς επειδή θα είναι δομική, ο τελευταίος που θα έπρεπε να την πληρώσει είναι η δημόσια διοίκηση, τα επιδόματα, το ευρωπαϊκό κράτος πρόνοιας. Σε κάθε περίπτωση, η υπερφιλελεύθερη πολιτική του Μακρόν, που προέκυψε το 2017 ως ο εκλεκτός ενός παραπαίοντος συστήματος για να εξυγιάνει τα οικονομικά του, αποδείχθηκε και η μεγαλύτερή του αποτυχία, καθώς επί των ημερών του το δημόσιο χρέος αυξήθηκε κατά ένα τρισεκατομμύριο ευρώ. Σε δέκα μέρες, τόσο στη Βουλή όσο και στους δρόμους της Γαλλίας, δεν θα παιχτεί μόνο η επιβίωση του Μακρονισμού, αλλά και ο χαρακτήρας της κοινωνικής αντίστασης στην καταιγίδα που πλησιάζει.
*Ο κ. Μάκης Μαλαφέκας είναι συγγραφέας που ζει και εργάζεται στο Παρίσι και στην Αθήνα. Το τελευταίο του βιβλίο «Deepfake» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες.

