Ω τι σεβίτσε, τι ταρτάρ, τι σασίμια. Τι χαβιάρια και τι τρούφες και καραβιές τα λουσάτα θαλασσινά, κατέψ, με διαμαντένιο επίπαγο. Σε τραπέζια με μπρονζέ θέα και ντιζάιν ψάθινα φωτιστικά, και γύρω σου κόρες και κούροι ημίγυμνοι, γδυμένοι στην πένα. Θέα που σε λιγώνει και σε εκσφενδονίζει στην τροχιά της ντόλτσε βίτα, ταμάμ για στόρι στο Ινσταγκραμ προς άγραν ψηφιακών καρδιών. Μα ούτε μια ματίτσα προς τα μέσα, στην εσωτερική ζωή του τόπου. Ενα βράδυ στις Κυκλάδες ή αλλού στην αυγουστιάτικη Ελλάδα.
Και δώσ’ του να πηγαινοέρχονται οι σαλατάρες με τις μπουράτες και τις στρατσιατέλες που ρέουν σαν γιαουρτοπόταμοι της Λιλιπούπολης. Τα ίδια και τα ίδια. Γύρω αστραφτερά χαμόγελα της κολγκέιτ και χάλκινα μαυρίσματα του σωληναρίου, αφρώδη τσουγκρίσματα και μουσικό χαλί ακριβοαγορασμένο, και στο πιάτο, στο πιάτο κανένας έρωτας, καμία αληθινή συγκίνηση. Πού είναι οι ελληνικές μαγειρικές, οι ευφορικές, οι σφύζουσες, οι εκρηκτικές, που αφήνουν ιδιωματικές ακίδες στον ουρανίσκο, και σου μένει κάτι βρε παιδί μου. Που έχουν χαρακτήρα και είναι ντίβες από παλιά γενιά. Πού είναι η ελληνική κουζίνα, που είναι μια κουζίνα του ήλιου, του μέτρου, της χαράς; Το ζουράρειο αξίωμα, το Α και το Ω της ελληνικής κουζίνας, ότι καλή μαγειρική σημαίνει προεχόντως καλή πρώτη ύλη, στην εποχή της, μαγειρεμένη με τρόπο που τη φωτίζει και σίγουρα δεν τη συσκοτίζει, πού είναι αυτό; Τι πουλάμε στους ξένους; Αυτά που τρώνε καλύτερα δυο δρόμους από το σπίτι τους; Και ποια φενάκη σερβίρουμε στον εαυτούλη μας; Ποια ανάγκη μας ταΐζουμε;
Ω τι σεβίτσε, τι ταρτάρ, τι σασίμια. Πού είναι κρυμμένα τα παστά και τα ελαφρόπαστα, τα μαρινάτα, τα σαλατούρια και οι λακέρδες; Τα λιόκαυτα, οι γούνες και τα φρέσκα σπαρταριστά; Στερεύει η θάλασσα, μα στερεύει και η μαγειρική που πλησιάζει με σεβασμό τα λίγα και τα καλά του τόπου. Πού είναι οι ντοματοσαλάτες οι απλές, με ό,τι έχουν οι κήποι των νησιών αλλά και ό,τι καλλιεργεί η ηπειρώτικη Ελλάδα; Γιατί είναι κι αυτό μια άλλη μόδα: τα «ντόπια», τα «του μπαξέ μας». Πού τον έχετε καλέ τον μπαξέ; Και πόσα στόματα χορταίνει;
Πού είναι λοιπόν οι ντομάτες με λίγο αλάτι και ελαιόλαδο καλό και επώνυμο; Με λίγο τυρί και δυο μπουμπούκια κάππαρη; Πού είναι τα πατατάτα που θα έπρεπε να είναι το εθνικό μας κοκκινιστό του καλοκαιριού; Αντ’ αυτών εξωεποχικά λαχανικά και λαχανικά εισαγωγής, και υπερφίαλα αρτύματα μη μας πουν βλαχαδερά. Υπερχειλίζουσα αφθονία μα και μια φτώχεια. Του νου και της καρδιάς. Ενδεια ταυτότητας. Αντ’ αυτών αστακομακαρονάδες σγουρές και καλοχτενισμένες. Και σεβίτσε, και ταρτάρ, και σασίμια. Ε, και φύκια για μεταξωτές κορδέλες.

