Νοσταλγίας εγκώμιο

3' 26" χρόνος ανάγνωσης

H Μνήμη είναι «το σεργιάνι μας στον κόσμο». «Τα δέκα μέτρα γης» της διαδρομής μας. Τουτέστιν, όχι και πολλά. «Οσο πιάνει ένα σπίτι και ο τοίχος μιας αυλής». Και τα δέκα μέτρα της διαδρομής μας κανείς δεν πρόκειται να μας τα πάρει – είναι καταδικά μας. Είναι το αναπαλλοτρίωτο περιουσιακό στοιχείο καθενός που, μη έχοντας ανταλλακτική αξία, διαφεύγει της ενδημούσας κερδοσκοπικής προτεραιότητας και συνάμα γλιτώνει τόσο από την αυτάρεσκη αυτάρκεια της νεωτερικότητας όσο και από τον παροπλισμό του φολκλόρ.

Δεν είμαστε παρά οι μνήμες μας. Και τα χάδια και οι πληγές μας – ήτοι, και οι καλές και οι λιγότερο καλές εκδοχές και εκδορές μας. Και χωρίς αυτές δεν είμαστε εμείς. Και χωρίς αυτές δεν είμαστε απλώς κουτσουρεμένοι, είμαστε κενοί περιεχομένου. Γι’ αυτό και δεν κάνω ζάφτι τη δυσανοχή σε κάθε μνεία του πρότερου βίου μας που δεν κουμπώνει με τον τρέντι αντικατοπτρισμό μας.

Δεν είναι μόνο οι διανοούμενοι που απολογούνται για τις αναφορές τους στον σύνολο εαυτό, ήτοι και στο παρελθόν. Ολοι οι άνθρωποι που συναναστρέφομαι νιώθουν τη δυσεξήγητη ανάγκη να δικαιολογήσουν τις αναδρομές τους. «Μη με παρεξηγείς, δεν είμαι κανένας παλιομοδίτης» κ.λπ. Δεν παρεξηγώ – δεν είναι άλλωστε το θέμα μου ούτε η αγνωμοσύνη για όσα μας συγκροτούν ούτε η αδεξιότητα με την οποία τα αντιπαρερχόμαστε.

Κι είναι παράδοξο ότι, ενώ η εποχή μάς προτρέπει «να είμαστε ο εαυτός μας» «γιατί έτσι μας αρέσει», η αναπόληση θεωρείται περίπου κολάσιμη παρέκκλιση για την οποία σπεύδουμε να απολογηθούμε σε εαυτούς και αλλήλους.

Ολοι μας, λοιπόν, αμνήμονες, άκληροι κι αποκληρωμένοι; Οχι δα. Οι περισσότεροι πάντως, ναι. Και στην μπάντα εκείνοι που δεν έπεσαν από τους άσπιλους συγχρονικούς ουρανούς. Αυτοί που έχουν ριζώματα. Αυτοί που έχουν να θυμηθούν «ιδανικές φωνές κι αγαπημένες». Που έχουν να ζοριστούν μ’ ένα ψιθυριστό «για πάντα» που, όσα χρόνια κι αν περάσουν, δεν λέει να κατασιγάσει.

Κι ας το ζυγιάζουν για βαρίδι ετούτο το «για πάντα» οι μετρημένοι. Μέτρο είναι που μετρά το μπόι μας και αποτρέπει το φίλιωμά μας με τη μετριότητα, μέτρο που δεν μας αφήνει να βουλιάξουμε στη φθορά και τη ματαιότητα. Αλλά και αντιστύλι στα ξεστρατίσματα και στα ξαστοχήματά μας, αφότου πατήσαμε την μπανανόφλουδα της ενηλικίωσης που ο καθένας, ασχέτως ηλικίας, την πατάει όταν σταματήσει να πιστεύει στην καλοσύνη – παραλίγο να γράψω στο θαύμα.

Απαξ και ξεδιψάσεις με γάργαρο νερό δεν ξεγελιέσαι με τα εμφιαλωμένα, που είναι «σαν» και που, παρά την παγωμάρα τους, δροσιά δεν έχουν.

Κι αφού αξιωθήκαμε του θαύματος (ενίοτε και του τραύματος) γνωρίζουμε ότι τα ουσιώδη του βίου δεν αγοράζονται αλλά χαρίζονται. Οι ερωτευμένοι καταλαβαίνουν σε τι αναφέρομαι, όπως καταλαβαίνουν ότι άπαξ και ξεδιψάσεις με γάργαρο νερό δεν ξεγελιέσαι με τα εμφιαλωμένα, που είναι «σαν» και που, παρά την παγωμάρα τους, δροσιά δεν έχουν.

Ολοι, λίγο-πολύ, έχουμε ευλογηθεί με ευκαιρίες αιωνιότητας κι οι περισσότεροι έχουμε σπαταληθεί αναζητώντας την επόμενη αναπαρθένευση – χώρια οι τρομαγμένοι που νομίζουν πως ξεμπερδεύουν υποτιμώντας τες σαν βιολογική εκτόνωση. Και κάποιοι λίγοι κάνουνε μνημόσυνα και της μνημοσύνης τα κεράκια φωτίζουν την περπατησιά τους.

Κι επειδή κι «εμείς γι’ αλλού κινήσαμε γι’ αλλού κι αλλού η ζωή μας πάει», όταν δεν λουφάζουμε, καταφεύγουμε σ’ εκείνο το «για πάντα» που δεν συνθηκολόγησε με το λίγο της ζωής για να απαντέχουμε τις μικρές καθημερινές μας ματαιώσεις. Και αυτή η καταφυγή σε περιόδους που το ζύγι δεν έγερνε προς τη μεριά του συμφέροντος αλλά προς αυτό της αγάπης δεν είναι ένα αυτοαναφορικό καπρίτσιο. Είναι νοσταλγία. Είναι επίπονος γυρισμός στο οικείο. Και δεν είναι οφειλή σε κανέναν Ρομαντισμό – στον τόπο μας η νοσταλγία, από τον Οδυσσέα και δώθε, είναι εθνικό ιδίωμα. Και όσοι το μετερχόμαστε γνωρίζουμε ότι αυτή δεν είναι γλυκερή ανάμνηση ή αισθηματικό ξεχείλωμα. Δεν είναι ρέπλικα αλλά απαίτηση μετοχής στη γνησιότητα του βιώματος. Είναι λαχτάρα ανύπνωτη να είναι κάθε μέρα Κυριακή. Είναι πρόγευση Παραδείσου και μαρτυρία του. Και πάλι οι ερωτευμένοι καταλαβαίνουν κι ας τους ψέγουν οι ανέραστοι για αλαφροΐσκιωτους και πλανεμένους από την εξιδανίκευση του παρελθόντος.

Καμιά παρελθοντολαγνεία σε όλα αυτά. Αλλωστε η νοσταλγία δεν είναι κάτι που αφορά το παρελθόν. Εκκινεί από το παρόν κι εκβάλλει στο μέλλον. Και μας παραστέκεται διακριτικά για να μην ξεμάθουμε ολότελα πώς ήταν οι άνθρωποι πριν αναλυθούν σε πίξελ.

*Ο κ. Θεόδωρος Παντούλας είναι συγγραφέας.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT