Υπάρχει μια φράση διφορούμενη: «Φτάνει πια με τον παλιό κόσμο!». Συνηθίζεται, εξαγγέλλοντας αλλαγές, ανατροπές, φόρα προς τα εμπρός, άνοιγμα στο μέλλον και σε έναν καινούργιο κόσμο. Μπορεί άγνωστο, μπορεί αβέβαιο, αλλά ο καταλύτης είναι το «νέο» και όχι οι όποιοι δισταγμοί. Την ακούσαμε και πρόσφατα σε περιβάλλον θεατρικό (θα αναφερθούμε στην παράσταση), την ακούσαμε στα χρόνια της κρίσης, επαναλαμβάνεται για να επισημανθούν στερεότυπα και ηλικιακές αγκυλώσεις.
Σιγά σιγά, όμως, σε αυτήν την επωδό προσκολλώνται και πτυχές που δεν συντάσσονται με το παλιό αλλά με το διαρκές. Παύουν, όμως, να εξυπηρετούν τη νέα πραγματικότητα των σαρωτικών ταχυτήτων, που δεν έχει χρόνο να σταθεί για λίγο, να επεξεργαστεί, να συγκρίνει, να αντισταθεί στο «λάθος» ή στην τυραννία της μιας αλήθειας.
Πώς λέξεις όπως το «παλιό», το «ξεπερασμένο», το «νέο» ενισχύουν το οπλοστάσιο των «Μεγάλων Απάνθρωπων». Ποιο είναι το μυστικό της εξουσίας τους;
Πρόσφατα το Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης οργάνωσε ημερίδα για το, εξαιρετικά επισφαλές, μέλλον των ανθρωπιστικών σπουδών στην Ελλάδα και η «Κ» (31/5) φιλοξένησε, ανάμεσα σε άλλες, και την άποψη του ανθρωπολόγου, ομότιμου καθηγητή στο Χάρβαρντ, Μάικλ Χέρτσφελντ. Αντιγράφουμε: «Ενα βασικό πρόβλημα των ανθρωπιστικών μελετών γενικά είναι ότι απαιτούν ανθρωπιά. Παγιδευμένες μεταξύ των αυτοματισμών της γραφειοκρατικής αντίληψης του έργου των πανεπιστημίων αφενός και της παραγωγής όλο και πιο αφηρημένων θεωρητικών προσεγγίσεων αφετέρου, δύσκολα αντιστέκονται στη σημερινή νεοφιλελεύθερη και ωφελιμιστική αγορά ιδεών, στη γοητεία των πιο άμεσα κατανοητών φυσικών επιστημών». Αναφέρεται στη συνέχεια στην πνευματική λεηλασία που διαδραματίζεται αυτή τη στιγμή στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε αυτό που συμβαίνει στον Χάρβαρντ, θεωρώντας ότι οι λαϊκιστές της Ακροδεξιάς τού επιτίθενται γιατί το θεωρούν εχθρική δύναμη, «που διαψεύδει διαρκώς τις συνωμοτικές θεωρίες τους». Και καταλήγει: «Καταλαβαίνουν δηλαδή ότι επιστήμες όπως η Ιστορία, η Κοινωνική Ανθρωπολογία και η Κοινωνιολογία, αλλά και η κριτική ανάλυση της Λογοτεχνίας και της Τέχνης, είναι σε θέση να αντιστέκονται στις προσπάθειές τους να διαμορφώσουν έναν κόσμο χωρίς την ελευθερία να εκφραζόμαστε, να διαμορφώνουμε γνώμες που δεν συμπίπτουν πάντα, αλλά που και στη διαφωνία ακονίζουν το τόσο πολύτιμο δώρο της καλοπροαίρετης κριτικής».
«Παλιό» κι αυτό. «Παλιός κόσμος». Πριν από 15 χρόνια, αποχαιρετίσαμε μια σπουδαία προσωπικότητα των γαλλικών γραμμάτων, φωτισμένη ελληνίστρια, τη Ζακλίν ντε Ρομιγί. Γιατί τη θυμηθήκαμε; Γιατί η Ρομιγί ανήκε σε εκείνους που από τον 20ό αιώνα διατυμπάνιζαν μιαν αλήθεια: το βαρύ φορτίο απαιτεί δυνάμεις που αποκτώνται με τη γνώση και όχι με την πληροφόρηση. Δυνάμεις που διαμορφώνουν πολίτες και πολιτισμό. Δεν συνέδεε την εκπαίδευση με την οικονομία, αλλά με την κοινωνία, τη συγκρότηση της προσωπικότητας, τις πνευματικές αξίες.
«Παλιό» κι αυτό. Και «ξεπερασμένο». Αλλες διαδρομές ακολουθεί η σημερινή εποχή και για να μπορέσει να τρέξει πετάει «φορτία» που την καθυστερούν. O αυταρχισμός και ο ολοκληρωτισμός δεν χρονοτριβούν με διλήμματα. Ωμότητα, το σημείο συνάντησής τους. Είναι οι «δράκοι» της ιστορίας – πόσο άμεσα, κατανοητά, τολμηρά μίλησε η Αριάν Μνουσκίν γι’ αυτό, με την παράστασή της στην Πειραιώς 260 την περασμένη εβδομάδα. Η στενή συνεργάτις της και συνδημιουργός του θεατρικού κειμένου, Ελέν Σιξού, γράφει σε σημείωμά της για τους «Μεγάλους Απάνθρωπους, Φίρερ, Λένιν, Στάλιν, -τιν, -νιν, -λιν, -τιν». Δεν εξαιρεί τον Πούτιν και τον Τραμπ. «Δεν καταλαβαίνουμε γιατί, πώς, ποιο είναι το μυστικό της εξουσίας τους. Μόνοι, αλλά περιτριγυρισμένοι από κόσμο υπνωτισμένο».

