Τα καταφέραμε! Γι’ αυτό δεν γιορτάζει και πανηγυρίζει ο κόσμος; Εχτές είχαμε την Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος, και ήταν μια θαυμάσια ευκαιρία για το είδος μας να γιορτάσει μια καταλυτική νίκη απέναντι στο φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής. Μια παγκόσμια πρόκληση, ένα τεράστιο πρόβλημα, και όμως τα καταφέραμε. Είναι ένας θρίαμβος. Μας αξίζουν συγχαρητήρια.
Θα πείτε “πάει κι αυτός” και “ου γαρ έρχεται μόνον” και “σφίξαν οι ζέστες”, και θα έχετε δίκιο, τουλάχιστον ως προς το τελευταίο. Αλλά επιτρέψτε μου να σας εξηγήσω.
Πριν από είκοσι-εικοσιπέντε χρόνια, όταν το κίνημα για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής γινόταν σιγά σιγά πιο εύρωστο και συμπαγές, όταν ο Αλ Γκορ έδινε ομιλίες και γύριζε ντοκιμαντέρ για το θέμα, το διακύβευμα για το μέλλον της ανθρωπότητας ήταν ξεκάθαρο: η επιβίωση. Τα μοντέλα πρόβλεψης έλεγαν ότι με το ρυθμό αυτό, αν το είδος μας συνέχιζε να ζει και να αναπτύσσεται με τον τρόπο που ζούσε και αναπτυσσόταν ως τότε, η μέση θερμοκρασία της ατμόσφαιρας κοντά στην επιφάνεια του πλανήτη, εδώ που ζούμε εμείς δηλαδή, θα αυξανόταν ολοένα και πιο γρήγορα, φτάνοντας μέχρι το τέλος του αιώνα τους +4 βαθμούς Κελσίου πάνω από το μέσο όρο που είχε πριν από τη βιομηχανική επανάσταση. 4 βαθμοί Κελσίου μπορεί να ακούγεται λίγο, αλλά στην πραγματικότητα είναι ένα πολύ μεγάλο νούμερο και μια πολύ μεγάλη και απότομη αλλαγή για τα δεδομένα αυτού του πλανήτη. Με μέση θερμοκρασία +4 βαθμούς, το είδος μας δεν θα μπορούσε να επιβιώσει εδώ πέρα. Οι καύσωνες, οι πυρκαγιές, οι πλημμύρες αλλά και η ανεπανόρθωτη διατάραξη γιγάντιων κλιματικών συστημάτων από τα οποία ο ανθρώπινος πολιτισμός εξαρτάται θα έκαναν ένα πολύ μεγάλο μέρος του πλανήτη πρακτικά ακατοίκητο από ανθρώπους. Ο ίδιος πλανήτης δεν θα είχε πρόβλημα, βεβαίως -έχει περάσει και ακόμα πιο ακραίες συνθήκες- αλλά πολλές μορφές ζωής απάνω του θα είχαν, κι ανάμεσα σε αυτές, οπωσδήποτε κι εμείς. Και αυτό δεν θα συνέβαινε απότομα, στο τέλος της πορείας, το 2100. Σταδιακά η ζωή των ανθρώπων παντού θα γινόταν ολοένα και πιο δύσκολη, τόσο γρήγορα που δεν θα μπορούσαμε να αναπτύξουμε εγκαίρως τεχνολογίες και μεθόδους προσαρμογής. Δεν υπάρχει προσαρμογή στον κόσμο του “+4”. Αργά ή γρήγορα, ο ανθρώπινος πολιτισμός θα κατέρρεε. Αλλά αυτό έδειχναν τα μοντέλα. Το “business as usual” σενάριο τότε κατευθείαν προς το “+4” μας οδηγούσε. Αυτό ήταν το διακύβευμα της κλιματικής αλλαγής.
Σήμερα, όμως, κάτι έχει αλλάξει. Τα πράγματα δεν είναι ρόδινα, βεβαίως. Το ξέρουμε αυτό, το ακούμε και το διαβάζουμε. Η ανθρωπότητα εξακολουθεί να στέλνει τεράστιες ποσότητες αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα. Τη χρονιά που κυκλοφόρησε το ντοκιμαντέρ του Αλ Γκορ, στείλαμε 30 γιγατόνους CO2 εκεί πάνω. Πέρυσι στείλαμε 37. στο διάστημα που μεσολάβησε, όμως, συνέβησαν και κάποια άλλα πράγματα. To 2015 όλα τα κράτη του κόσμου συμφώνησαν να πάρουν μέτρα και να θέσουν στόχους για να μειώσουν ραγδαία τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στο μέλλον. Πάνω από 150 χώρες έχουν ήδη θέσει συγκεκριμένους στόχους για τη μείωση των εκπομπών τους στο μηδέν (η Ιαπωνία, η Αργεντινή, ο Καναδάς, η Ευρωπαϊκή Ένωση μέχρι το 2050, η Κίνα και η Βραζιλία μέχρι το 2060, για παράδειγμα). Σχεδόν όλες έχουν περάσει και συγκεριμένους νόμους και κανονισμούς για την σταδιακή επίτευξη αυτών των στόχων. Ταυτόχρονα, την τελευταία δεκαετία το κόστος της παραγωγής ενέργειας από τον ήλιο έχει πέσει κατά 90% -από τον άνεμο κατά 70%. Οι ΑΠΕ εξαπλώνονται σε πάρα πολλές χώρες του κόσμου με ρυθμούς που κανένας δεν μπορούσε να προβλέψει ακόμα και 5-6 χρόνια πριν. Στο ίδιο διάστημα, κράτη έχουν εφαρμόσει κι άλλες φιλόδοξες πολιτικές για την προστασία του αέρα, για την επιδότηση της ηλεκτροκίνησης, για την αποδοτικότητα των καυσίμων και για άλλες πρωτοβουλίες, ακόμα και πέρα από τις δεσμεύσεις τους για το κλίμα. Αυτά είχαν ως αποτέλεσμα στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου η καμπύλη της οικονομικής ανάπτυξης να αποκολληθεί από την καμπύλη των εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου. Τα πλούσια κράτη συνεχίζουν να αναπτύσσουν τις οικονομίες τους, αλλά χωρίς να αυξάνουν τις εκπομπές τους με τον ίδιο ρυθμό -και σε κάποιες περιπτώσεις, όπως στη δική μας χώρα, μειώνοντάς τις κιόλας. Λύθηκε το πρόβλημα; Όχι. Αρκούν όλα αυτά τα μέτρα; Πάλι όχι. Αλλά χάρη σε όλα αυτά, τώρα τα μοντέλα για το τέλος του αιώνα στο “business as usual” σενάριο δεν μας βγάζουν “+4”. Σύμφωνα με τις σημερινές προβλέψεις, αν οι χώρες τηρήσουν τις βραχυπρόθεσμες δεσμεύσεις που έχουν θέσει, τότε πάμε για το “+2,9” μέχρι το τέλος του αιώνα. Αν τηρήσουν και τις πιο μακροπρόθεσμες (και πιο δύσκολες), τότε πάμε για “+2,5”.
Δεν είναι καλά νούμερα αυτά. Χάλια είναι. Απέχουν αρκετά από το στόχο της Συμφωνίας του Παρισιού για περιορισμό της αύξησης της θερμοκρασίας στο “+1,5” μέχρι το τέλος του αιώνα. Τέτοια νούμερα περιγράφουν έναν κόσμο σκληρό και δύσκολο. Περιγράφουν δυστυχία, καταστροφές, μαζικές μεταναστεύσεις, γιγάντιο κόστος για την αντιμετώπιση ζημιών. Αλλά δεν περιγράφουν την κατάρρευση του ανθρώπινου πολιτισμού. Αν συνεχίσουμε με “business as usual”, αν δεν κάνουμε περισσότερη προσπάθεια για ακόμα ταχύτερη κατάργηση των ορυκτών καυσίμων, τα πράγματα θα είναι πολύ άσχημα. Αλλά μάλλον δεν θα καταστραφεί η ανθρωπότητα. Μπορεί να ζοριστούμε όλες και όλοι -και κυρίως οι αμέσως επόμενες γενιές, τα παιδιά και τα εγγόνια μας- αλλά μάλλον δεν θα εξαφανιστεί το ανθρώπινο είδος από την κλιματική αλλαγή.
Κι αυτό είναι κάτι που δεν ήταν δεδομένο. Είναι κάτι που άλλαξε τα τελευταία 20 χρόνια, και δεν άλλαξε από μόνο του. Άλλαξε από τις αποφάσεις κυβερνήσεων και διεθνών οργανισμών, που υιοθέτησαν πολιτικές και προώθησαν λύσεις. Διστακτικά, με το τσιγκέλι, παρά την αφόρητη πίεση από λόμπι, συμφέροντα και αρνητές αλλά, τελικά, με αποτέλεσμα.
Αυτό είναι ένα περίεργο μήνυμα για να μοιραστεί κανείς τέτοιες ημέρες, βεβαίως. Υποτίθεται πως όταν γράφουμε για την προστασία του περιβάλλοντος γενικότερα ή για την κλιματική κρίση ειδικότερα πρέπει να είμαστε βλοσυροί και έξαλλοι. Και, ασφαλώς, ο αγώνας για την αντιμετώπιση της κρίσης είναι ένας αγώνας διαρκείας και στην πραγματικότητα από πολλές απόψεις τα πράγματα πηγαίνουν χειρότερα από ό,τι θα μπορούσαν. Οι ζέστες, πράγματι, σφίγγουν. Η πίεση στις κυβερνήσεις για να υλοποιήσουν τις δεσμεύσεις τους, για να επενδύσουν σε τεχνολογία και νέες λύσεις και για να πάνε κόντρα, επιτέλους, στα συμφέροντα των υδρογονανθράκων (και στην Ελλάδα) πρέπει να συνεχιστεί, και να είναι μεγάλη. Αλλά πότε πότε αξίζει να κάνουμε ένα διάλειμμα από όλη την ενάρετη και αγωνιστική οργή, και να αναπολούμε αυτά που έχουν κερδηθεί ήδη. Δεν είναι λίγο. Δεν είναι μικρό πράγμα. Χάρη σε όλη τη γκρίνια και τη μουρμούρα και τα ντοκιμαντέρ και τις υπογραφές κειμένων και τις Γκρέτες και τα βιβλία και τις εκπομπές και όλα όσα γράφονταν και λέγονταν για να ευαισθητοποιηθεί ο κόσμος και για να κινητοποιηθούν οι πολιτικοί, κάτι έγινε. Κάτι κάναμε. Απέχουμε πολύ απ’ το να αντιμετωπίσουμε την κρίση και να εξασφαλίσουμε για τις επόμενες γενιές έναν κόσμο φιλόξενο και ευχάριστο. Αλλά στην πορεία, καταφέραμε να εξασφαλίσουμε, τουλάχιστον, ότι επόμενες γενιές θα μπορέσουν να υπάρξουν.

