
Η πρόσφατη παρέμβαση του Αλέξη Τσίπρα στα πολιτικά πράγματα θυμίζει το πνεύμα της ρητορικής του κατά την ταραχώδη περίοδο που ο ΣΥΡΙΖΑ ετοιμαζόταν να αναλάβει την εξουσία: μεγάλα λόγια, αφορισμοί, κλισέ, ασάφειες, εύκολοι συναισθηματισμοί και, πάνω απ’ όλα, το πλεονέκτημα του outsider. Ο πρώην πρωθυπουργός έχει το ελεύθερο να μιλάει, γνωρίζοντας ότι δεν θα κληθεί να αποδείξει τίποτε απ’ όσα λέει. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ του Τσίπρα μεταμορφώθηκε από αντιμνημονιακό σε μνημονιακό κόμμα χωρίς να αισθανθεί την ανάγκη να δικαιολογηθεί ή να απολογηθεί, είναι αυτονόητο ότι χωρίς το βάρος της ιδιότητας του προέδρου της παράταξης ή του πρωθυπουργού, χωρίς δηλαδή στοιχειώδεις θεσμικές αναστολές, ο Αλέξης Τσίπρας νιώθει ακόμη πιο ελεύθερος. Ετσι, το παράδοξο τού να μιλάει για το brain drain, τις χαμένες ευκαιρίες και τη «βαλκανοποίηση» της χώρας ένας πολιτικός που, επί πρωθυπουργίας του, έκλεισαν οι τράπεζες και η χώρα κινδύνεψε να βγει από την Ευρωζώνη, υπερκαλύπτεται από το γνώριμο ήθος του ανδρός: αφού έκανε ό,τι ήθελε στα δύσκολα, δεν θα λέει ό,τι θέλει στα εύκολα;
Δημιουργική ασάφεια
Θα είχαν, βέβαια, ενδιαφέρον ορισμένες διευκρινίσεις πάνω σε κάποιες από τις τελευταίες δηλώσεις του Αλέξη Τσίπρα. Για παράδειγμα, ποιες είναι οι μεγάλες ευκαιρίες που χάθηκαν τα τελευταία έξι χρόνια και πώς είναι τόσο σίγουρος ότι οι ίδιες ή αντίστοιχες ευκαιρίες δεν χάθηκαν τα τέσσερα προηγούμενα; Στη «βαλκανοποίηση» της χώρας (ο όρος ακούγεται λίγο ρατσιστικός, είναι η αλήθεια) τι αντιπαραβάλλει άραγε ο πολιτικός; Τον εξευρωπαϊσμό της; Αφού επί τόσα χρόνια δεν σταματούσε να μας εξηγεί πόσο προβληματικό είναι το δυτικό, νεοφιλελεύθερο πρότυπο! Επιπλέον, πώς φαντάζεται το «αναπτυξιακό άλμα» της χώρας, για το οποίο μιλάει; Δεν πρόκειται για αφηρημένη διατύπωση· ο Αλέξης Τσίπρας αναφέρεται ξεκάθαρα στην οικονομία και καταγγέλλει το «παραγωγικό μοντέλο» ως ξεπερασμένο. Επομένως, τι προτείνει; Μείωση του κράτους; Μείωση της φορολογίας; Ενθάρρυνση των ξένων επενδύσεων;
Το πρόβλημα του κενού
Λένε πολλοί ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν θα επιστρέψει με ηγετικές διαθέσεις αν οι συνθήκες δεν ευνοήσουν την επάνοδό του· αν μια νέα κρίση δεν μειώσει σημαντικά το προβάδισμα της Ν.Δ., αν η Πλεύση Ελευθερίας δεν ξεφουσκώσει, αν η ηγεσία Φάμελλου δεν στραπατσαριστεί εκλογικά. Το πολιτικό προφίλ Τσίπρα πάντα βασιζόταν στο στοιχείο της κρίσιμης συγκυρίας και της ιστορικής ανάγκης· ο πολιτικός μάλλον δεν ονειρεύεται να επιστρέψει σε ένα τοπίο ανιαρής σταθερότητας, αλλά σε μια ρευστή κατάσταση οξυμένων πνευμάτων, ώστε να «μασαζάρει» τα τελευταία ως λαοπρόβλητος σωτήρας. Δεν είναι, ωστόσο, μόνο το ευρύτερο πλαίσιο αυτό που εμποδίζει τη μεγάλη επιστροφή· είναι ότι ο Τσίπρας είναι γεμάτος λέξεις, αλλά εντελώς άδειος από πολιτική: μπορεί ακόμη να συγκινήσει το ακροατήριό του και ίσως μερικούς πέρα από αυτό, όμως δεν έχει κάτι να προτείνει, εκτός από θεωρίες που θα μπορούσαν να σημαίνουν οτιδήποτε.
Αριστερή ασφυξία
Δεν φταίει, ωστόσο, μόνο ο Αλέξης Τσίπρας που ο πολιτικός του λόγος περιλαμβάνει κομψές καταγγελίες, αντί συγκεκριμένων προτάσεων. Δεν φταίει αυτός που «δεν υπάρχει εναλλακτική πολιτική πρόταση», όπως δήλωσε προ ολίγων ημερών, ξεχνώντας μάλλον ότι ο ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει ακόμη κι ότι ο ίδιος εξακολουθεί να είναι μέλος του. Φταίνε τα ασφυκτικά όρια που θέτει η Αριστερά στον πολιτικό στοχασμό και στο πρόγραμμα των αριστερών και κεντρώων παρατάξεων. Ο Αλέξης Τσίπρας μιλάει για τη μείωση του εισοδήματος των πολιτών, για το εχθρικό κλίμα στα ελληνικά πανεπιστήμια και για την αναξιοποίητη κοινότητα των Ελλήνων επιστημόνων στα Ivy League ιδρύματα του εξωτερικού (τώρα η αριστεία δεν είναι ρετσινιά), αλλά αποφεύγει να πει περισσότερα γιατί γνωρίζει ότι διατρέχει κίνδυνο: να στοχοποιηθεί ως ανεπαρκώς αριστερός, ανεπαρκώς αντικαπιταλιστής, ανεπαρκώς αντισυστημικός. Ακόμη και αν ωρίμαζε ο Τσίπρας, το ακροατήριό του παραμένει ανώριμο. Θέλει το ίδιο παραμύθι, θέλει ευφημισμούς για την αδράνεια, θέλει να μην αλλάξει τίποτα.
Branding και rebranding
Στη Νέα Δημοκρατία, το αναποφάσιστο rebranding του Αλέξη Τσίπρα, που φλερτάρει πότε με τα αριστερά αντανακλαστικά των πολιτών (όταν ο πρώην πρωθυπουργός τα βάζει με τα κέρδη-ρεκόρ του χρηματιστηρίου, ας πούμε), πότε με τα πιο φιλελεύθερα (όταν οραματίζεται ακαδημαϊκή συνεργασία Ελλάδας και Ελλήνων καθηγητών του Χάρβαρντ), προκαλεί ίσως ελαφρά θυμηδία. Η εικόνα ενός παλιού αντιπάλου που προσπαθεί να βρει νέο τρόπο ύπαρξης με το εργαλείο του «λίγο απ’ όλα» είναι ανακουφιστική επειδή είναι άκακη. Θα ήταν πιο σοφό, όμως, εκ μέρους της Ν.Δ., αντί να εφησυχάσει, να αναρωτηθεί: πώς έπεσε στην ανάγκη του rebranding o Αλέξης Τσίπρας; Τι «πληρώνει» ακριβώς; Το κλείσιμο των τραπεζών; Το δημοψήφισμα; Το μνημόνιο; Τον κοινωνικό διχασμό που προκάλεσε; Το Μάτι; Ο Τσίπρας δεν πληρώνει τίποτα τόσο, όσο το ότι δεν είχε κανένα σχέδιο για την επόμενη μέρα. Πληρώνει το γεγονός πως προτιμούσε τις κρίσεις από τις μεταρρυθμίσεις. Τι είναι τελικά το περίφημο rebranding; Ενας τρόπος να μην τον ξεχάσουμε μέχρι την επόμενη κρίση. Και τι είναι η κρίση; Η αποτυχία της μεταρρύθμισης.

