Τους λένε «μεγαλομετόχους». Ο χαρακτηρισμός συνοδεύει συνήθως εκείνους τους παράγοντες που δίνουν γηπεδική και εξωγηπεδική υπόσταση στη φανέλα, χωρίς πάντα να έχουν επίσημη θέση στο οργανόγραμμα της αθλητικής επιχείρησης που ελέγχουν. Το «μεγαλομέτοχος» ακούγεται, άλλωστε, αγαθότερο του «μεγαλοπαράγοντας». Υπαινίσσεται ρόλο πιο επαγγελματικό από το «πρόεδρος». Πρόκειται φυσικά για ευφημισμό. Ο «μεγαλομέτοχος», γράφουν, «έχει κάνει μεγάλη επένδυση». Και τι εννοούν; Μήπως την εξαγορά ξένου ταλέντου από τη βιομηχανία της μυϊκής σόου μπιζ στο ποδόσφαιρο και την καλαθόσφαιρα; Μα, αυτό δεν είναι «επένδυση» που κρατάει περισσότερο από μια-δυο «σεζόν» θεάματος. Τους πληρώνεις, παίζουν δεν παίζουν, φεύγουν. Από το κεφάλαιο, μένει στο τέλος μόνο η ανάμνηση μιας φευγαλέας συγκίνησης.
«Επένδυση» θα μπορούσε να θεωρείται η ανάπτυξη της βιομηχανίας της εκτόνωσης: Αρένες όπου το κοινό μπορεί να δέχεται την παράσταση των ακριβοπληρωμένων μονομάχων σαν θρυαλλίδα ορμονών – σαν τρόμπα υπερέκκρισης κορτιζόλης και αδρεναλίνης. Τέτοια διέγερση μπορεί, όταν είναι μόνο σποραδική, να ωφελεί την ψυχική υγεία – ατομική και συλλογική. Η «επένδυση» των «μεγαλομετόχων» αποβαίνει έτσι κοινωφελής. Δημιουργούν υποδομές ιαματικής μεγα-παραμύθας. Τα χειρότερα ένστικτα εγκαθίστανται και εξαπολύονται από την κερκίδα για να πετάξουν στον αέρα. Για να ξεσπάσουν ως κραυγές που δεν προλαβαίνουν να μετουσιωθούν σε κανονική βία.
Το ελληνικό μπάσκετ μάς έδωσε τα τελευταία εικοσιτετράωρα βαρέα παραδείγματα αντιστροφής αυτής της σύμβασης. Οι μεγαλομέτοχοι του πιο επιτυχημένου από τα ελληνικά ομαδικά αθλήματα, δεν χρηματοδοτούν τη διάνοιξη ενός χώρου μαζικής συγκίνησης και εκτόνωσης. Δεν επενδύουν για να ξεσπά η κερκίδα. Επενδύουν για να ξεσπούν οι ίδιοι.
Γιατί πρέπει η πολιτεία να ασχοληθεί με όσα συμβαίνουν στην αρένα;
Φουσκωμένος από μίσος, χτυπημένος από το ρεύμα μιας ακράτητης μανίας, ο «μεγαλομέτοχος» δεν «μετέχει» στο θέαμα που χρηματοδοτεί. Χρηματοδοτεί το θέαμα για να πρωταγωνιστεί ο ίδιος. Ερεθίζει την εξέδρα και ερεθίζεται από αυτή, γι’ αυτό και νιώθει την ανάγκη να απαθανατίζει και να αναμεταδίδει «ζωντανά» την υπερπαραγωγή εχθροπάθειας που ο ίδιος πυροδοτεί. (Το γεγονός ότι στο σοσιαλμιντιακό του ντελίριο ο οπαδικός φανατισμός εναλλάσσεται με τον πολιτικό εξτρεμισμό δεν είναι βέβαια τυχαίο.)
Το φαινόμενο αυτό –«τοξικό», όπως λένε– δεν εξαντλείται στην αρένα. Λέμε ότι πρέπει να απασχολήσει την πολιτεία, όχι (μόνο) επειδή μπορεί να λειτουργήσει σαν πολεμικό παράγγελμα προς την κερκίδα – σαν σινιάλο για να περάσει η αγέλη από τη συμβολική στην πραγματική βία.
Η επιδεικτική περιφρόνηση του νόμου είναι δημόσιο πρόβλημα, πέρα από την όποια ποινική της αξιολόγηση. Είναι πολιτική πληγή επειδή δίνει σάρκα και οστά σε μια διαλυτική υποψία: ότι η άρχουσα τάξη είναι «αυτό». Είναι υπεράνω θεσμών πλούτος που εκβάλλει σε ένα προγλωσσικό σύμπαν, όπου η αξίωση κυριαρχίας εκφράζεται στη νοηματική των τεταμένων δαχτύλων. Είναι μια «ελίτ» που φιλοδοξεί να βασιλέψει σε ζούγκλα.

