Χθες, παρακολουθώντας το βιβλίο «Τα δάκρυα των ηρώων» (μτφρ.: Μαρία Φραγκούλη, εκδ. Καστανιώτη) του Ματέο Νούτσι, είδαμε πώς το δημόσιο κλάμα του Περικλή μπροστά στη σορό του παιδιού του θεωρήθηκε έκφραση αδυναμίας από την κοινή γνώμη. Για τον Ιταλό συγγραφέα, όμως, αυτός που μπορεί να κλάψει είναι ο άνθρωπος που δεν φοβάται να δείξει την αδυναμία του και άρα μπορεί να νικήσει ακόμα και τον φόβο της θνητότητας. Μεγάλη κουβέντα η τελευταία, αλλά ας είναι.
Από τους πρώτους σταθμούς σε αυτό το στοχαστικό αφηγηματικό ταξίδι του Νούτσι είναι η κατάβαση του Οδυσσέα στον Αδη, η συγκλονιστική Νέκυια της Οδύσσειας. Ως γνωστόν, η μάγισσα Κίρκη συμβουλεύει τον Οδυσσέα να ταξιδέψει στο βασίλειο των νεκρών προκειμένου να βρει τον μάντη Τειρεσία και να μάθει πώς θα επιστρέψει στην Ιθάκη. (Είναι πράγματι εκπληκτικό ότι για να «βρεις τον δρόμο να γυρίσεις σπίτι» πρέπει να κάνεις μια στάση στον κόσμο των νεκρών· της νεκρής μάνας σου, των νεκρών συμπολεμιστών σου και τόσων άλλων σκιών…).
Είναι μια στιγμή κρίσιμη, όπου ο Οδυσσέας εκφράζει φόβο και κούραση. Δηλώνει, εμμέσως έστω, αδύναμος. Θα την κάνει όμως την κατάβαση. Οπως, κατά τον Νούτσι, ο Πλάτωνας έκανε μιαν άλλη «κατάβαση» από την Αθήνα στο λιμάνι του Πειραιά. «Το λιμάνι όπου αισθανόταν ξένος και όπου λαχταρούσε να πάει, καταβεβλημένος από τον εαυτό του, για να θαυμάσει την ομορφιά και την παρακμή της ανθρωπότητας», γράφει. Και στέκεται στην πρώτη πρόταση της «Πολιτείας»: «Κατέβην χθες εις Πειραιά». Δηλαδή, «μια κατάβαση ανοίγει την Πολιτεία»: ο Σωκράτης (το alter ego του Πλάτωνα, κατά τον Νούτσι) οδηγείται εκεί μαζί με τον Γλαύκωνα (τον μικρότερο αδελφό του μεγάλου φιλοσόφου).
Τι βρίσκει στον Πειραιά ο Πλάτωνας; Κάτι σαν τον Αδη, μια κόλαση. «Ολα όσα είναι το αντίθετο της ακλόνητης τελειότητας της ιδέας, πάντα απαράλλαχτης, που η παράδοση απέδωσε στον Πλάτωνα ως κύριο στόχο της φιλοσοφικής του παιδείας». Κι όλο αυτό για να «σκοτώσει» τον Ομηρο. Μια «πατροκτονία» διά της φιλοσοφικής οδού της «Πολιτείας»: απορρίπτει τους ποιητές ως επιρρεπείς στον θρήνο. «Σωστά λοιπόν κι εμείς θα βγάζαμε απ’ τη μέση τους θρήνους για τους ξεχωριστούς τους άνδρες, και το πολύ να τους αναθέσουμε στις γυναίκες, και μάλιστα όχι και στις πολύ σπουδαίες, και στους πιο κατώτερους ανθρώπους, για να μην καταδέχονται να κάνουν τα ίδια μ’ αυτούς και εκείνοι που λέμε πως τους προορίζουμε να μας φρουρούν τη χώρα μας». Η τεράστια κουβέντα που κρατάει αιώνες· η ειρωνεία όμως είναι ότι ο Πλάτωνας ανάπτυξε τη φιλοσοφία μέσω της αφηγηματικής οδού. Ηταν συγγραφέας.
Τέλος πάντων, ποιον θέτει στο στόχαστρο ο Πλάτωνας; Τον κατεξοχήν ομηρικό ήρωα: τον Αχιλλέα, «τον ήρωα που χύνει τα περισσότερα δάκρυα». Η συνέχεια αύριο.

