Η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ είχε γράψει κάποτε πως έως τη γενιά της η ελληνική παιδεία συμμετείχε ενεργά στη διάπλαση της κοινωνικής ευαισθησίας. «Τώρα έχει περιορισθεί σε πανεπιστημιακή ειδικότητα» – εννοείται πως το αναφέρω από μνήμης. Αυτό προσπάθησα να διατυπώσω στο άρθρο μου με τον τίτλο «Η Ευρώπη ξέχασε τον Θουκυδίδη». Στο σχέδιο του ευρωπαϊκού συντάγματος που είχε εκπονήσει ο Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν υπήρχε ως μότο η φράση από τον Επιτάφιο: το πολίτευμά μας καλείται δημοκρατία επειδή σ’ αυτό αποφασίζουν οι πολλοί. Το μότο εξαλείφθηκε διότι θεωρήθηκε ότι η Αθήνα του Περικλή ήταν ιμπεριαλιστική, δουλοκτητική και σεξιστική. Κοινώς, βάζουμε την κλασική παιδεία στο κρεβάτι του Προκρούστη και ό,τι περισσεύει από τη δική μας σοφία το κόβουμε χωρίς αναισθησία. Αυτό έχω να απαντήσω στον Costa V., ο οποίος μου λέει ότι διδάχθηκε τους Ελληνες κλασικούς στη Μελβούρνη της Αυστραλίας και μου αναφέρει ονόματα ελληνιστών. Μα και στην Ελλάδα διδασκόμαστε αρχαία ελληνικά, όμως ποια θέση τους δίνουμε στην καλλιέργειά μας, την πολιτική ή την κοινωνική; Αντιθέτως, δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με τον Αντώνη Α.: «Αυτό που θέτει ο Θεοδωρόπουλος δεν είναι τόσο το αίτημα για “επιστροφή στο παρελθόν”, αλλά η υπενθύμιση πως η Ευρώπη δεν οικοδομήθηκε μόνο με συμφωνίες και τράπεζες· οικοδομήθηκε και με πρότυπα παιδείας που σφυρηλάτησαν συνείδηση ευθύνης, τραγική επίγνωση της ανθρώπινης φύσης και κριτική σκέψη για τη δύναμη και την εξουσία. Αυτό σημαίνει Θουκυδίδης». Το πρόβλημα δεν είναι η συνύπαρξη πολιτισμών. Το πρόβλημα είναι όταν η Ευρώπη παύει να αναγνωρίζει τον δικό της πολιτισμό, φοβούμενη μήπως χαρακτηριστεί αλαζονική. Οταν οι ελίτ δεν μπορούν πια να εμπνεύσουν, γιατί έχουν εκπαιδευτεί να διαχειρίζονται και όχι να νοηματοδοτούν, τότε η δημοκρατία αδειάζει από περιεχόμενο και μετατρέπεται σε φόρμα. Κι όπως λέει ο Θουκυδίδης, τότε η φθορά έρχεται, όχι απ’ τους εχθρούς, αλλά εκ των ένδον.
Η κλασική παιδεία υπήρξε ο συνεκτικός ιστός της Ευρώπης, ακόμη κι όταν σπαρασσόταν από αιματηρούς πολέμους. Ο Θείος Θ. τη συνδέει με τον κοινό πολιτισμό: «Κάθε κοινωνία δεν μπορεί παρά να φέρει έναν μόνον πολιτισμό που την ορίζει (ο οποίος βεβαίως δεν έχει πέσει από τον ουρανό, αλλά αποτελεί προϊόν επιμειξίας και αλληλεπίδρασης με άλλους πολιτισμούς)». Κλείνω με τον Γεώργιο Μ: Δεν είναι ότι δεν αντέχει τις ενοχές της υπεροχής της (η Ευρώπη), είναι ότι δεν αισθάνεται ικανή να στηρίξει την υπεροχή της πνευματικά, αφού δεν χρειάζεται πια να στηριχθεί στο πνεύμα της για να επιβιώσει. Το έκανε όταν κινδύνευε. Μετά αρκούσαν τα λεφτά, που είτε εισέρρεαν είτε δημιουργούντο από τους Ευρωπαίους, πάντα με την αμερικανική βοήθεια, παντός είδους… Ηδη, η πρώτη απόλεμη γενιά «βαριόταν» τις διδαχές αυτών που προκάλεσαν τον πόλεμο.

