«Ο κήπος στην πόλη αλλάζει τοποθεσίες σύμφωνα με την πολεοδομία αλλά και την πολιτικο-οικονομική οργάνωση του χώρου», γράφει ο Γιάννης Παρασκευόπουλος στο «Ποιητική του κήπου. Δοκίμιο για τους περίφρακτους τόπους» (εκδ. Ροπή, 2025), προσθέτοντας: «Ενίοτε τον συναντάμε κεντρικά και άλλοτε στα όρια των τειχών και περιφερειακά».
Σκέφτομαι τον Εθνικό Κήπο, στην καρδιά της Αθήνας. Ενας χώρος με συγκεκριμένα όρια που ξεκίνησε την ύπαρξή του ως ιδιωτική περιοχή (των τότε μοναρχών του νεοσύστατου νεοελληνικού κράτους), για να αποκτήσει χαρακτήρα δημόσιο. Τα όριά του είπαμε ότι είναι συγκεκριμένα (όπως και οι ώρες λειτουργίας του), ωστόσο δεν παύει να είναι ανοιχτός στους κατοίκους και στους επισκέπτες της πρωτεύουσας. Οποιος περνάει χρόνο εκεί βρίσκεται την ίδια στιγμή εντός αλλά και εκτός της πόλης. Ή, για να το θέσουμε αλλιώς, ο επισκέπτης του Εθνικού Κήπου βρίσκεται εντός της αθωότητας, της αγνότητας, της παιγνιώδους κατάστασης και παράλληλα εντός της ενοχής, της ευθύνης που συνιστά η πόλη με τις δοσοληψίες και τις συγκρούσεις μεταξύ των κατοίκων της. Ο ερωτισμός (θυμάστε τον «Κήπο των ηδονών» του Μπος;) εμπεριέχει τόσο την αθωότητα όσο και την ενοχή, όπως συνέβη με τους Πρωτόπλαστους στον βιβλικό μύθο της Πτώσης.
Δεν είναι τυχαίο πως, πέρα από τον προαιώνιο βιβλικό Κήπο απ’ τον οποίο ο πρώτος άνθρωπος αποβλήθηκε διά παντός, ο κήπος στην αρχαιότητα αποκτά και χαρακτήρα φιλοσοφικού πυρήνα. «Ως σχόλη και καλλιέργεια του στοχασμού» βλέπει ο συγγραφέας τον περίφημο Κήπο του Επίκουρου. «Τα ευρήματα για τον κήπο του Επίκουρου είναι τα αποσπάσματα του φιλοσόφου. Στη σκέψη του και στην επίδραση που άσκησε αργότερα μπορούμε να ανασυστήσουμε στο μυαλό μας την εικόνα του επικούρειου κήπου».
Εσφαλμένα, η επικούρεια φιλοσοφία έχει ταυτιστεί με την ηδονοθηρία. Στην πραγματικότητα, στον πυρήνα της κυριαρχούσε η αποφυγή πόνου, οδύνης. Η ζωή «εκεί έξω» ενέχει την ταραχή και τις αναταράξεις, το αντίθετο της συνθήκης παραδείσιας απλότητας που εγγυάται ένας κήπος: κάτι σαν μήτρα, άρα ένα προστατευτικό κουκούλι. Ο κουρασμένος σημερινός άνθρωπος βρίσκει μια φωλιά στον «κηπάκο» που έχει στήσει υποτυπωδώς στο μπαλκόνι ή στη βεράντα ή στην πίσω αυλή, ακόμα κι αν είναι μικρή.
«Εννοιολογικά, ο κήπος ακροβατεί ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό», γράφει ο Γ. Παρασκευόπουλος, «σε εκείνο που χάθηκε στο παρελθόν και που μπορεί να ανακτηθεί αν όχι ως πραγματικότητα, τουλάχιστον ως ένα ξανακερδισμένο αίσθημα». Εδώ ο μύθος του προπατορικού αμαρτήματος είναι ζωτικής σημασίας: ο συγγραφέας μάς παραπέμπει στον φιλόσοφο Τζόρτζιο Αγκαμπέν, ο οποίος γράφει ότι «ο άνθρωπος είναι το μόνο ον στον πλανήτη που έχασε τον τόπο κατοικίας του». Με άλλα λόγια, ένας κήπος δεν είναι ποτέ απλώς ένας κήπος.

