Ο κόσμος τα περνάει ζόρικα. Τα πράγματα δεν πάνε καλά. Στο εσωτερικό έχουμε διάφορα θέματα (πάντα είχαμε). Στο εξωτερικό έχουν χειρότερα. Αλλά δεν αντιμετωπίζουμε τα οικουμενικά ζόρια όλες και όλοι με τον ίδιο τρόπο, ούτε με την ίδια σφοδρότητα. Άλλοι υφίστανται τη φρίκη καθημερινά, με την πείνα και το σφύριγμα των πυραύλων πάνω απ’ το κεφάλι. Άλλοι πετάνε από θέρετρο σε θέρετρο, ανέμελοι, προστατευμένοι. Και μια άλλη διαφοροποίηση στο πώς μας βρίσκουν οι ταραχές και οι φουρτούνες, βεβαίως, είναι η ηλικία. Το πόσο χρόνο έχουμε περάσει σ’ αυτή τη Γη επηρεάζει το πώς αντιμετωπίζουμε όσα συμβαίνουν σ’ αυτή τη Γη σήμερα. Το πως αντέχουμε τις ειδήσεις που διαβάζουμε επηρεάζεται πολύ από το πόσες φορές έχουμε διαβάσει ειδήσεις. Κι οι διαφορές είναι μεγάλες.
Τρεις έρευνες που διάβασα πρόσφατα μας δίνουν μια ενδιαφέρουσα προοπτική για το πώς οι διάφορες γενιές τα περνάνε σήμερα. Η πρώτη ήταν μια έρευνα που εκπονήθηκε το 2024 σε 12.000 πολίτες από 11 χώρες για λογαριασμό της ασφαλιστικής εταιρείας ΝΝ. Περιλάμβανε διάφορες ερωτήσεις για την ευτυχία, για το πόσο ικανοποιημένοι είναι οι ερωτηθέντες από τη ζωή τους, αλλά και για το πώς αντιμετωπίζουν τη γήρανση και τη σύνταξη. Ξέρατε, ας πούμε, ότι ο μέσος Έλληνας και η μέση Ελληνίδα ηλικίας κάτω των 65 ελπίζει να ζήσει κατά μέσο όρο 102,5 χρόνια; Ότι οι εργαζόμενοι δηλώνουν ότι θα ήθελαν να σταματήσουν να δουλεύουν στα 60,5; Ότι η ηλικία πάνω από την οποία οι Ελληνίδες και οι Έλληνες θεωρούν κάποιον “γέρο” ή “γριά” είναι τα 70,2 έτη; Όλα αυτά τα βρήκα ενδιαφέροντα. Αλλά πιο ενδιαφέρον από όλα, μου φάνηκε το εξής συμπέρασμα: η πιο ευτυχισμένη ηλικιακή κατηγορία στην Ελλάδα (και στις περισσότερες άλλες χώρες) είναι οι 65+. Δηλώνουν τα υψηλότερα ποσοστά ικανοποίησης από τη ζωή, και δηλώνουν σε εξίσου υψηλά ποσοστά ότι περιμένουν να είναι το ίδιο ευτυχισμένοι και στο μέλλον.
Πάρτε, ας πούμε, το παράδειγμα της μοναξιάς. Η μοναξιά είναι ένα πρόβλημα σε όλες τις χώρες -αλλά μοιάζει να πλήττει παντού κυρίως τους νέους 18-34. Επιπλέον, πολύ μεγάλα ποσοστά του πληθυσμού δηλώνουν ότι νιώθουν άγχος ή κατάθλιψη -αλλά αυτά προέρχονται κυρίως από τις ηλικίες 18-49. Η Ελλάδα είναι πρώτη ανάμεσα στις 11 χώρες σε τέτοια θέματα -1 στους 3 Έλληνες δηλώνει ότι νιώθει συχνά ή σχεδόν πάντα στρες. Το ποσοστό ειδικά για τις ηλικίες 35-49 φτάνει το 38%. Στις ηλικίες άνω των 65, όμως, είναι 15%.
Οι ερευνητές χώρισαν τον γενικό πληθυσμό κάθε χώρας σε τρεις κατηγορίες, ανάλογα με το πώς αισθάνονται σήμερα και το πώς βλέπουν τη ζωή τους στο μέλλον. Σύμφωνα με τα ευρήματα, μόνο το 25% του γενικού πληθυσμού στην Ελλάδα είναι ΟΚ. Είναι αυτοί που είναι και ευτυχισμένοι σήμερα, και αισιόδοξοι για το μέλλον τους. Το 56% ζορίζονται -είτε δεν περνάνε καλά τώρα, είτε δεν βλέπουν καλά τα πράγματα στο αύριο. Και το 18% είναι χάλια: και δυστυχισμένοι, και απαισιόδοξοι. Στην ηλικία των 65+, όμως, η εικόνα είναι λίγο διαφορετική. Κι εκεί το 19% είναι χάλια. Αλλά λιγότεροι από τους μισούς ζορίζονται. Και 1 στους 3 είναι μια χαρά.
Οι άνω των 65 είναι η ηλικιακή κατηγορία που δηλώνουν ότι ασκούνται συχνότερα (!), ότι κοιμούνται καλύτερα από όλους (μολονότι λιγότερες ώρες από τους 18-34) και ότι έχουν τις περισσότερες αποταμιεύσεις (54% δηλώνουν ότι μπορούν να επιβιώσουν για τρεις μήνες χωρίς καθόλου εισόδημα, έναντι 23% των 35-49). Είναι η κατηγορία που δηλώνουν σε μεγαλύτερα ποσοστά πως νιώθουν ότι η ζωή τους είναι μια ζωή με νόημα. Το 53% των συνταξιούχων δηλώνουν ότι η ζωή τους είναι εξίσου καλή ή και καλύτερη από ό,τι ήταν πριν από τη σύνταξη.
Κι αν οι ηλικιωμένοι είναι στην καλύτερη φάση από όλους, ποιοι είναι που τα περνάνε χειρότερα από όλους; Από ό,τι φαίνεται, εγώ.
Μια πρόσφατη έρευνα της Ipsos που έγινε σε 30 χώρες έδειξε ότι η γενιά που δηλώνει πιο δυστυχισμένη από όλες είναι η δικιά μου, η επονομαζόμενη Generation X, οι γεννημένοι ανάμεσα στο 1965 και το 1980. Και σε αυτές τις δύο, αλλά και σε πολλές άλλες έρευνες, αυτοί δηλώνουν τα μικρότερα ποσοστά ικανοποίησης από τη ζωή, το περισσότερο άγχος, τα περισσότερα ζόρια. Κάποιοι από τους λόγους είναι αντικειμενικοί: είναι, άλλωστε, η γενιά που σήμερα κατά κανόνα υποχρεούται να φροντίζει δύο άλλες γενιές ταυτόχρονα -και παιδιά που φεύγουν (δυστυχώς) ολοένα και πιο αργά από το πατρικό, και ηλικιωμένους γονείς που φεύγουν (ευτυχώς) ολοένα και αργότερα. Είναι, επιπλέον, όπως δείχνει και μια ανάλυση του Economist, μια γενιά που “αδικήθηκε” οικονομικά από συγκυρίες και κρίσεις περισσότερο από ό,τι άλλες. Αλλά για τη δικιά μας χώρα μπορεί να φανταστεί κανείς ότι υπάρχουν και άλλοι λόγοι που η συγκεκριμένη γενιά ζορίζεται. Τα πιο δημιουργικά και παραγωγικά χρόνια για την επαγγελματική σταδιοδρομία συνήθως έρχονται στις ηλικίες από 30κάτι μέχρι 40κάτι για τους περισσότερους. Η GenX στην Ελλάδα πέρασε αυτά της τα χρόνια μέσα στη μεγαλύτερη οικονομική κρίση της σύγχρονης ιστορίας. Και είναι και κάτι άλλο: της έλαχε ταυτόχρονα να είναι η γενιά που πέρασε την αμέσως προηγούμενη δεκαετία, μια φάση ξέφρενης αφέλειας και αφασικής αισιοδοξίας για τη χώρα, με Ολυμπιακούς Αγώνες, Euro και συναφείς θριάμβους, απάνω στον ενθουσιασμό της νεότητας. Το σκοτσέζικο ντους που έλουσε τη χώρα μας αυτοί το ζήσαν στο πετσί τους εντονότερα από οποιαδήποτε άλλη γενιά.
Παραδοσιακά ο χάρτης της ευτυχίας στην ανθρώπινη ζωή αποτυπωνόταν σε ένα διάγραμμα που είχε το σχήμα U. Οι άνθρωποι, λένε οι μελέτες, είναι ευτυχισμένοι ως παιδιά, μετά την ενηλικίωση περνάνε τις ζόρικες δεκαετίες της δουλειάς και του μόχθου, και στο τέλος, στις τελευταίες δεκαετίες της ζωής τους, επιστρέφουν σε μια κατάσταση σχετικής ευτυχίας και γαλήνης. Αλλά τώρα στις δυτικές χώρες αυτό το σχήμα μοιάζει να αλλοιώνεται. Μια τρίτη έρευνα, η “Global Flourishing Study”, που εκπονήθηκε σε 200.000 ερωτηθέντες από 20 χώρες επιβεβαιώνει ότι τα δεδομένα για τα ζόρια των μεσαίων γενεών παραμένουν. Ακόμα, ότι η τρίτη ηλικία εξακολουθεί να είναι μια περίοδος γενικής ευτυχίας και χαράς. Δείχνει, όμως, και ότι η πρώτη κορυφή, αυτή της νεότητας, καταρρέει.
Οι νέοι ηλικίας μεταξύ 18 και 29, λέει η έρευνα, δεν υπολείπονται όλων των άλλων ομάδων μόνο σε ερωτήσεις που έχουν να κάνουν με το πόσο ευτυχισμένοι νιώθουν, αλλά και με το πόσο υγιείς -ψυχικά και σωματικά- αισθάνονται, το πόσο θετικά βλέπουν τον εαυτό τους, το χαρακτήρα τους, τις σχέσεις τους με τους άλλους ανθρώπους και το κατά πόσο θεωρούν ότι η ζωή τους έχει νόημα.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για τον κόσμο μας σήμερα; Τι επιπτώσεις θα έχουν στο πώς θα πορευτεί η ανθρωπότητα, καθώς οι προκλήσεις γίνονται ολοένα και πιο μεγάλες και κρίσιμες, και καθώς οι γενιές που θα κληθούν να τις διαχειριστούν αποδεικνύονται ολοένα και πιο ζορισμένες; Ποιος ξέρει. Το σίγουρο είναι ένα. Οι δημογραφικές τάσεις σε όλες τις κοινωνίες του κόσμου εξασφαλίζουν, τουλάχιστο, ότι η γενιά όπου συσσωρεύεται η περισσότερη ευτυχία, αν μη τι άλλο, θα μεγαλώνει ολοένα.

