Διαβάζω, με γνήσια περιέργεια, τα σχέδια του Δήμου για τη ρύθμιση της κίνησης με πατίνι. Όπως είναι σωστό, θα δημιουργηθούν θέσεις στάθμευσης και ο Δήμος θα συνεργαστεί με τις εταιρείες προκειμένου να εποπτεύεται ο διαμοιρασμός οχημάτων. Τέτοιες εταιρείες παρέχουν, παντού στην Ευρώπη, την εξής διέξοδο: μπορείς να μετακινηθείς χωρίς να αγοράσεις ποδήλατο ή πατίνι (π.χ. επειδή δεν διαθέτεις το κεφάλαιο). Όταν τα οχήματα δεν καταστρέφονται από έφηβους χούλιγκανς ή από ανθρώπους που θέλουν να τα διαλύσουν για να πάρουν τα υλικά τους, είναι μια φθηνή λύση για γρήγορη μετακίνηση που δεν εκπέμπει θερμότητα, καυσαέριο ή θόρυβο.
Σε κάποια σημεία της πόλης έχουν αρχίσει να εμφανίζονται χώροι ενοικίασης ποδηλάτου που πλέον δεν απευθύνονται μόνο στους τουρίστες, αλλά και στους κατοίκους-που, φυσικά, πάντα έρχονται δεύτεροι και διαρκώς ριγμένοι. Ας είναι. Οι αρχές θα έπρεπε να κάνουν τα πάντα-κυριολεκτικά, ό,τι περνάει από το χέρι τους-προκειμένου να ενισχύσουν τέτοιου είδους μετακινήσεις. Η Αθήνα έχει υποβαθμισμένο αέρα, θόρυβο και υπερβολικά πολλή κίνηση. Ξένα περιοδικά ανησυχούν για το μέλλον μας στην έρημο υποβαθμισμένου αέρα, προτού ανησυχήσουμε εμείς. Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς να κάνουν τα πάντα, τα πάντα, ώστε να πολλαπλασιασθούν οι μετακινήσεις που δεν ρυπαίνουν, πόδια, ποδήλατο, πατίνια, συνδυασμός αυτών. Δεν συμβαίνει όμως αυτό.
Κανόνες που ήδη υπάρχουν δεν εφαρμόζονται σε παράγοντες πολύ πιο ρυπογόνους, θορυβώδεις και τελικά βλαπτικούς που επενεργούν μέσα στην πόλη. Τις προάλλες έπρεπε να περάσω από το Κολωνάκι. Σε μερικές οδούς, νομίζω σχεδόν σίγουρα στην Καψάλη, δεν υπάρχει πεζοδρόμιο. Όλος ο δημόσιος χώρος (εισαγωγικά) είναι τραπέζια και καρέκλες.
Κάθονται εκεί πέρα οι διάφοροι και πίνουν το ποτό τους. Ενοχλούνται που περνάς πάνω από το κεφάλι τους, ενώ κατατρώνε το πεζοδρόμιο. Και δεν είναι ότι στέκονται στο πεζοδρόμιο, τύπου «πίνω ένα ποτό στο όρθιο». Είναι κανονικά καθισμένοι. Η πλατεία δεν υπάρχει πια, το ξέρετε, είναι εργοτάξιο. Οπότε πάει κι αυτό. Μηχανές, μηχανάκια, οχήματα υψηλού κυβισμού περνάνε πάνω από πεζούλια πέριξ της πρώην πλατείας Κολωνακίου. Στους γύρω δρόμους: καρέκλα, τραπέζι, ηχορύπανση. Σ’ έναν τοίχο γράψανε «όχι άλλα τραπέζια». Τουλάχιστον δεν είμαι μόνη.
Αναρωτιέμαι πώς θα ήταν η πόλη εάν υπήρχε σπουδή να εκλείψουν όλ’ αυτά. Για παράδειγμα, διαβάζω ότι γύρω από τους αρχαιολογικούς χώρους δεν θα μπορεί κανείς να παρατήσει το ηλεκτρικό πατίνι του, θα υπάρχουν χώροι στάθμευσης. Καλά όλ’ αυτά, σωστά και εύλογα, υπονοούν, όμως, πως η αισθητική και ηχητική μόλυνση πέριξ των ιερών χώρων, των θεάτρων, των μουσείων κλπ. θα σταματήσει, πράγμα που μένει να αποδειχθεί. Παρατηρήστε όταν γίνεται κάποιο μεγάλο γεγονός στο Ηρώδειο ή σε άλλους χώρους υψηλής αισθητικής και ιστορικής σημασίας πώς προσέρχονται οι αγράμματοι υψηλού κυβισμού. Σταθείτε να δείτε πόσα CUVs πλαγιοκοπούν αυτούς τους χώρους, ώστε οι επιβάτες να αποβιβαστούν ακριβώς μπροστά από το «γεγονός», λες και το βάδισμα στην πόλη είναι ρετσινιά.
Γιατί δεχόμαστε με τέτοια ευκολία ο δημόσιος χώρος να είναι δημόσιος υπό αίρεση; Δηλαδή, να υπάρχει διαρκώς η πιθανότητα να καταληφθεί από κάποιο κατάστημα που θ’ απλώσει την αισθητική του πέρα πέρα; Μάλλον κατά βάθος πιστεύουμε ότι εάν σ’ αυτά τα πεζοδρόμια δεν άνοιγαν καταστήματα, οι δρόμοι θα ήταν βρώμικοι και παραδομένοι στην πατημένη τσίχλα. Δεν είναι, όμως, οπωσδήποτε έτσι. Θα μπορούσαμε να έχουμε τα δέντρα μας εκεί, οπωροφόρα κι ελιές. Κατάφυτα, μικρά πεζοδρόμια, για να βγαίνουν βόλτα οι ηλικιωμένοι σκύλοι με τους ιδιοκτήτες τους. Η προηγούμενη δημοτική αρχή μάς έχει αφήσει τραύμα (και λογικά και τρύπα στο ταμείο) σε ό,τι αφορά τα φυτά στον δημόσιο χώρο, γιατί είχε τοποθετήσει εκείνες τις πανάκριβες, υπερμίζερες, απότιστες γλάστρες. Μήπως, όμως, να το ξεπεράσουμε πια;

