Μου είπαν ότι είναι το επάγγελμα του μέλλοντος. Πρώτη ήταν η κυρία που απαντούσε στο τηλέφωνο από το γραφείο ευρέσεως οικιακών βοηθών και φροντιστών γηραιών ατόμων. Μου είπε ότι βρισκόταν πολλά χρόνια στο επάγγελμα και ξέρει ότι η ζήτηση συνεχώς αυξάνεται, αλλά πια δεν βρίσκονται γυναίκες που θέλουν να κάνουν αυτή τη δουλειά. «Πλέον, τα νεότερα κορίτσια προτιμούν να κάνουν νύχια, βλεφαρίδες ή φρύδια tattoo, από το να φροντίζουν γιαγιάδες και παππούδες».
Στη συνέχεια της αναζήτησης, άκουσα τα ίδια στο φαρμακείο, στο καθαριστήριο, στο σούπερ μάρκετ: Οι γυναίκες –πάντα γυναίκες!– που φροντίζουν ηλικιωμένους στο σπίτι, είναι χρυσός.
Στην ελληνικής πατέντας χρήσιμη παραοικονομία που νομιμοποιείται κοινωνικά επειδή κάνει την καθημερινότητά μας λίγο πιο εύκολη, οι φροντιστές ηλικιωμένων βρίσκονται στην κορυφή της ζήτησης, και όπως συμβαίνει στην ελεύθερη οικονομία, εκείνοι βάζουν τους όρους. Πολλά μπορούμε να κάνουμε πλέον μόνοι μας στον ψηφιοποιημένο κόσμο, αλλά για τα γηρατειά, τίποτε. Η μέση (διάμεση) ηλικία του πληθυσμού στην Ελλάδα ήταν την 1η Ιανουαρίου 2024 (Eurostat) τα 46,9 χρόνια. «Η γήρανση του πληθυσμού αναμένεται να είναι ιδιαίτερα γρήγορη σε πολλές χώρες, μεταξύ αυτών και στην Ελλάδα», αναφέρεται στην έκθεση.
Τι γίνεται λοιπόν με τα άτομα που για οποιονδήποτε λόγο δεν φεύγουν από το διαμέρισμά τους όταν χάνουν την κινητικότητά τους; Χρειάζονται κάθε μέρα κάποιον να τους βοηθά με τις δουλειές του σπιτιού, τα ψώνια και την υγιεινή τους. Η πυρηνική οικογένεια διαλύθηκε, σπάνια υπάρχει η δυνατότητα να συγκατοικήσουν με τα παιδιά τους, κι αν αυτό γίνει, συνεπάγεται καινούργια προβλήματα. Οπότε ζουν σε μια κατάσταση συνεχούς μοναχικότητας και βασίζονται στις σύντομες επισκέψεις συγγενών ή οικείων, αν υπάρχουν ακόμη κι αν έχουν το κουράγιο…
Για τον φιλόσοφο Ντιντιέ Εριμπόν, στο βιβλίο του «Η ζωή, τα γηρατειά και ο θάνατος μιας γυναίκας του λαού» (εκδ. Νήσος), το γήρας μετατρέπεται σε εφαλτήριο για πολιτική σκέψη, ενώ αφηγείται παράλληλα την ιστορία του τέλους της μητέρας του. Ακόμη και ο Εριμπόν όμως μιλώντας για τη Γαλλία, αναφέρεται σε ένα οργανωμένο σύστημα κρατικής πρόνοιας –έστω ελλιπές και υποχρηματοδοτούμενο– που διαθέτει δημόσιες δομές. Στην Ελλάδα, πρέπει να αντιμετωπίσουμε μόνοι αυτό το μείζον ζήτημα, που δεν είναι απλώς πρακτικό – είναι βαθιά υπαρξιακό, κοινωνικό και επώδυνο. Οπως μου επισήμανε με χιούμορ, αλλά και ρεαλισμό, μια γηραιά κυρία: «Ο καλύτερος φίλος του ηλικιωμένου είναι ένα καλό εισόδημα»…

