Μια σαφής αντίληψη για τις προοπτικές μιας κοινωνίας μπορεί να προκύψει από την ανάγνωση του δημόσιου διαλόγου και των προτεραιοτήτων που συνήθως αυτός αναπαράγει. Κάποιες φορές είναι διαφορετικός αν συγκριθεί με τις –εκτός καθημερινότητας– συζητήσεις που έχουμε στις κοινωνικές συναναστροφές μας, άλλες μοιάζει σαν αντήχηση του δημόσιου διαλόγου. Ζούμε σε έναν κόσμο ο οποίος έχει ανατραπεί. Ενα μέρος της διεθνούς δημόσιας συζήτησης περιστρέφεται γύρω από τον στρατηγικό ανταγωνισμό Ουάσιγκτον – Πεκίνου, ο οποίος φαίνεται να οδηγεί σε έναν νέο ψυχρό πόλεμο. Οι ψυχρές ριπές του είναι ήδη αισθητές. Στην Ελλάδα, η αντίστοιχη συζήτηση έχει έναν νηπιακό χαρακτήρα και στο τέλος της ημέρας καταλήγει πάντα στην Τουρκία. Ούτε ίχνος αυτοκριτικής ούτε ίχνος προσπάθειας να γίνει μια ειλικρινής συζήτηση για την πραγματικότητα.
Στη μεγάλη εικόνα που αφορά τη λειτουργία της κοινωνίας και της οικονομίας, η συζήτηση διεξάγεται σαν να μιλάμε για ένα περιβάλλον που δεν είναι συνταρακτικά διαφορετικό από εκείνο της δεκαετίας του ’90. Η συζήτηση διεξάγεται με όρους ρευστότητας στην αγορά και η προοπτική και δυνατότητα να γίνουν ουσιαστικές, βαθιές και παραγωγικές επενδύσεις, που θα δημιουργήσουν καλύτερες θέσεις εργασίας και θα παραγάγουν τεχνογνωσία, αφήνονται σε δεύτερη και τρίτη μοίρα.
Η εποχή που η τεχνητή νοημοσύνη θα καταστήσει εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας και στην Ελλάδα απολύτως αχρείαστες δεν είναι μακριά. Αυτό είτε δεν φαίνεται να μας απασχολεί ιδιαίτερα είτε απλώς θεωρούμε ότι το «κατενάτσιο» στο οποίο είναι εθισμένα τα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά δίκτυα της χώρας μπορεί να αποδώσει κάποιο αποτέλεσμα.
Η ψυχαναγκαστική καθήλωση στο παρελθόν δεν είναι αποκλειστικό χαρακτηριστικό γνώρισμα της ελληνικής κοινωνίας. Aλλά αυτή η συζήτηση περί «Αριστεράς» και «Δεξιάς», περί «νικητών» και «ηττημένων» του εμφυλίου πολέμου ή περί «ακροδεξιών» και «-ζαίων» –για να έλθουμε στην πιο σύγχρονη εκδοχή της σχετικής ρητορικής– πέφτει σαν πέλεκυς επί δικαίους και αδίκους. Επί όσων ωφελούνται από αυτή τη συζήτηση γιατί παραμένουν σχετικοί και επί των πολύ περισσότερων στους οποίους επιβάλλεται με διάφορους τρόπους. Οι υπόλοιποι απλώς την αγνοούν και συνεχίζουν τη ζωή τους.
Η προσγείωση της χώρας στο 2025 δεν θα είναι ούτε απλό ούτε και εύκολο εγχείρημα. Είναι όμως απαραίτητη προϋπόθεση ώστε κάποια στιγμή η χώρα να πάει λίγο παρακάτω και να μην παραμένει δέσμια των αγκυλώσεων, των ψυχολογικών αδιεξόδων και των παραστάσεων προηγούμενων γενεών.

