Κύριε διευθυντά
«Σε κάθε πόλη», επισημαίνει ο Απολλιναίρ, «για κάποιον (έστω και ασήμαντο) λόγο, υπάρχουν και ορισμένοι που μένουν αθάνατοι». Οπως, για παράδειγμα, αείμνηστη κοντοχωριανή μου, πρωταγωνίστρια πολλών αξιομνημόνευτων ιλαρών ιστοριών ή συμβάντων. Η Πιτσαρού με τ’ όνομα: Ενας παντόπτης οφθαλμός πάντων των άξιων αναμεταδόσεως σπουδαίων (αλλοτρίων βεβαίως) συμβαινόντων στο μεγαλοχώρι της. Κάθε μεσημεράκι, έπιανε στασίδι δίπλα στο περίπτερο της πλατείας, πέρασμα σύμπαντος του τοπικού πληθυσμού, απ’ όπου, εν είδει δελτίου, κατέγραφε τα πάντα για τους πάντες.
Επείγομαι να διηγηθώ, για χάρη των συναναγνωστών της «Κ», το συμβάν που θυμηθήκαμε οι παλιότεροι, κατά τη φετινή πασχαλινή συνεύρεσή μας στο χωριό.
Συμπρωταγωνιστής ο Βαγγέλας, συντοπίτης προχωρημένης ηλικίας, επισημασμένος καυχησιάρης ερωτιδέας. Την ημέρα του συμβάντος, θα πλησιάσει τον επίμαχο χώρο με επιδεικτική επιφυλακτικότητα, περίπου συνωμοτικά, και χώνοντας, κυριολεκτικά, το κεφάλι στο παραθυράκι του περιπτέρου, θα ζητήσει πέντε κ@π@τ@ς. Φυσικά, η συναλλαγή ήταν αδύνατο να μη γίνει αντιληπτή από την καραδοκούσα και εν εγρηγόρσει Πιτσαρού. Κάτι, προφανώς επιδιωκόμενο από τον Βαγγέλα, καθώς αυτό εξυπηρετούσε την, περί παρατεταμένης ερωτικής δράσης του, περιρρέουσα εντύπωση. Την οποία δεν παρέλειπε να υποθάλπει με τη συχνή επινόηση παρόμοιων τεχνασμάτων. Αυτά όμως δεν είχαν πέραση στην Πιτσαρού.
Κονιορτοποιώντας τα περί ερωτικής θαλερότητάς του θρυλούμενα, ιδού η αποδομούσα, ευθύβολος, αυτόκλητη παρέμβασή της: «Κι, τι θα τσ’ κανς, Βαγγέλα, τσ’ κ@π@τ@ς; Στα δάχλα σ’ θα τσ’ βαλς;»…
*Βούλα

