Το νέο παραγωγικό μοντέλο που είχε εισηγηθεί για την Ελλάδα, πριν από πέντε χρόνια, μέσα από μια εκτενή έκθεσή του, ο βραβευμένος με Νομπέλ Οικονομίας Χριστόφορος Πισσαρίδης, και το οποίο επρόκειτο να αποτελέσει «οδικό χάρτη» για τον μετασχηματισμό της χώρας σε μια σύγχρονη καινοτόμο οικονομία, δεν έχει έως σήμερα υλοποιηθεί.
Σε πρόσφατη συνέντευξή του στην «Κ», ο διακεκριμένος καθηγητής του London School of Economics επισημαίνει ότι, παρότι κάποιες μεταρρυθμίσεις έχουν υλοποιηθεί, «επρόκειτο κυρίως για τις πιο απλές και προφανείς», ενώ οι ουσιώδεις και πιο δύσκολες αλλαγές παραμένουν σε εκκρεμότητα.
Ποια είναι τα βασικά εμπόδια; Η γραφειοκρατία του Δημοσίου και η προσκόλληση στο παρωχημένο μοντέλο των οικογενειακών επιχειρήσεων. Οι Ελληνες προτιμούν τα μικρά μαγαζιά, τις μικρές επιχειρήσεις: θέλουν να είναι αφεντικά και να απασχολούν μέλη της οικογένειάς τους. Αυτή η νοοτροπία, να ξεκινά κανείς μια επιχείρηση με έναν-δύο εργαζομένους, πρέπει να αλλάξει.
Ο κ. Πισσαρίδης, ο οποίος τιμήθηκε με το Νομπέλ Οικονομίας το 2010 μαζί με τους Πίτερ Ντάιαμοντ και Ντέιλ Μόρτενσεν, υποστηρίζει ότι η Ελλάδα οφείλει να δώσει προτεραιότητα στην αγροτική παραγωγή, ιδίως καθώς η μεσογειακή διατροφή κατακτά ολοένα και μεγαλύτερο έδαφος διεθνώς.
Παράλληλα, πρέπει να επικεντρωθεί σε εξαγωγικές επιχειρήσεις και όχι σε εκείνες που στοχεύουν αποκλειστικά στην ελληνική αγορά. Σε αυτό το πλαίσιο, βλέπει ακόμη και τη δυνατότητα η Ελλάδα να παράγει μικρά ηλεκτρικά αυτοκίνητα, σχεδιασμένα ειδικά για τις ευρωπαϊκές πόλεις.
Ενα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα παραμένει η επιτακτική ανάγκη επιστροφής των πολλών αξιόλογων Ελλήνων που έχουν φύγει ή συνεχίζουν να αναζητούν ευκαιρίες στο εξωτερικό.
Είναι πλέον σαφές ότι είναι αναγκαία η στροφή προς άλλες μορφές ανάπτυξης, που δεν απαιτούν μεγάλο αριθμό εργαζομένων, καθώς ο πληθυσμός της χώρας μειώνεται – μια πραγματικότητα που δημιουργεί προβλήματα ακόμη και στον τουρισμό, ο οποίος παραμένει βασικός πυλώνας της οικονομίας, αλλά είναι ιδιαίτερα απαιτητικός σε ανθρώπινο δυναμικό.
Ενα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα παραμένει η επιτακτική ανάγκη επιστροφής των πολλών αξιόλογων Ελλήνων που έχουν φύγει ή συνεχίζουν να αναζητούν ευκαιρίες στο εξωτερικό.
Η επιστροφή τους, που μπορεί και πρέπει να προχωρήσει με στοχευμένα κίνητρα θα συμβάλει καθοριστικά στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Ηδη καταγράφεται μια μεταστροφή, όπως ανέφερε προσφάτως ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κ. Χατζηδάκης.
Και, φυσικά, δεν είναι τα πάντα ευθύνη της πολιτείας. Ο ελληνικός ιδιωτικός τομέας έχει κάθε λόγο να προχωρήσει με ταχεία βήματα στον εκσυγχρονισμό του –και στην εξυγίανσή του, όπου αυτό είναι απαραίτητο– ώστε να γίνει ελκυστικός στους Ελληνες που έφυγαν, και όχι μόνο σε αυτούς.
Παρά το ότι η συγκυρία μετά την κρίση της περασμένης δεκαετίας ήταν ευνοϊκή, παρά το σπάνιο «δώρο» των τεράστιων πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της Ε.Ε., παρά τη φιλομεταρρυθμιστική ρητορική, πολλά είναι αυτά που δεν έγιναν. Η επώδυνη διαπίστωση οδηγεί αβίαστα στο ερώτημα: Αν όχι τώρα, πότε;

