Το βιβλίο μου για την κλιματική κρίση γράφτηκε πέρυσι, αλλά κυκλοφόρησε ένα μήνα μετά την ορκωμοσία του Τραμπ όποτε, πολύ λογικά, η πρώτη ερώτηση που μου κάνουν στις περισσότερες συνεντεύξεις έκτοτε ήταν λίγο-πολύ αυτή: πώς θα επηρεαστεί η προσπάθεια της ανθρωπότητας να αντιμετωπίσει την κλιματική αλλαγή από την εκλογή Τραμπ; Ενός αρνητή, που ζητούσε ανοιχτά $1 δισ. μίζα από τις πετρελαιοβιομηχανίες, που έβγαλε (πάλι) τις ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού και του οποίου η ενεργειακή πολιτική συνοψίζεται σε ένα “drill baby drill”; Κι όχι σε οποιαδήποτε θέση, αλλά στην Προεδρία της χώρας που ευθύνεται περισσότερο από όλες τις άλλες για την κλιματική αλλαγή; Η απάντηση είναι: πολύ, αλλά ίσως όχι και πάρα πολύ.
Είναι αλήθεια ότι μια τέτοια κυβέρνηση, που εδώ και εκατό μέρες ροκανίζει με εκπληκτική ταχύτητα όλους τους πυλώνες της αμερικανικής δημοκρατίας (και πολλά από τα θεμέλια της παγκόσμιας οικονομίας και ειρήνης -αλλά αυτό είναι άλλο άρθρο) ασφαλώς δεν θα άφηνε και τον αγώνα για το κλίμα ανεπηρέαστο. Πριν από λίγες ημέρες, ας πούμε, η κυβέρνηση Τραμπ αποδέσμευσε εκατοντάδες επιστήμονες που προετοίμαζαν την επόμενη “National Climate Assessment”, την περιοδική έκθεση που συντάσσουν οι κρατικές υπηρεσίες των ΗΠΑ για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στη χώρα. Οι εκθέσεις αυτές, λεπτομερή και έγκυρα επιστημονικά κείμενα, χρησιμοποιούνται ευρέως από το κεντρικό κράτος, τις Πολιτείες, πόλεις και κοινότητες, αλλά και από επιχειρήσεις για να εκτιμήσουν τους κινδύνους και τα ρίσκα και να σχεδιάσουν στρατηγικές προσαρμογής. Το καθεστώς Τραμπ δεν τα συμπαθεί αυτά τα πράγματα. Στην πρώτη θητεία του, η κυβέρνηση είχε δημοσιεύσει τα αποτελέσματα της έκθεσης του 2018 την επόμενη της αργίας των Ευχαριστιών, για να περάσει απαρατήρητη. Αυτή τη φορά, έδιωξαν όλους τους επιστήμονες και πάγωσαν τη χρηματοδότηση, πρακτικά εξασφαλίζοντας ότι η επόμενη έκθεση, που ήταν προγραμματισμένο να δημοσιευτεί το 2028, δεν θα γραφτεί ποτέ. Αυτό είναι πολύ σημαντικό πράγμα. Επιπλέον, η κυβέρνηση μέσα στις πρώτες 100 ημέρες έχει κόψει πολύτιμα ερευνητικά προγράμματα στον ενεργειακό τομέα, έχει κόψει τη χρηματοδότηση της UNFCCC του ΟΗΕ, έχει διαλύσει το γραφείο του Υπουργείου Εξωτερικών που διέθετε χρηματοδότηση για κλιματικά έργα διεθνώς, έχει πετσοκόψει τη χρηματοδότηση της NOAA, ενός από τους σημαντικότερους οργανισμούς συλλογής και επεξεργασίας μετεωρολογικών και κλιματικών δεδομένων στον κόσμο, και παράλληλα έχει δώσει το πράσινο φως για την επιδότηση με δεκάδες δισεκατομμύρια σε νέες επενδύσεις για εξόρυξη φυσικού αερίου στην Αλάσκα, τη Μοζαμβίκη και αλλού. Και βέβαια, έχοντας ανακοινώσει την αποχώρηση από τη Συμφωνία του Παρισιού (τυπικά ένα κράτος βγαίνει επισήμως ένα χρόνο μετά την αίτηση αποχώρησης) κανείς δεν ξέρει αν οι ΗΠΑ θα συμμετάσχουν στη φετινή COP30 στη Βραζιλία, την ετήσια συνάντηση εκπροσώπων από όλα τα κράτη που συνυπέγραψαν τη Συμφωνία, όπου συζητούν και συναποφασίζουν στρατηγικές και λύσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Μια τέτοια συζήτηση χωρίς τις ΗΠΑ, το διαχρονικά μεγαλύτερο ρυπαντή του κόσμου, μοιάζει ανώφελη.
Αλλά από την άλλη, υπάρχει και κάτι άλλο που πρέπει να θυμόμαστε. Οι ΗΠΑ είναι μια μεγάλη, ισχυρή και υπερκαταναλωτική χώρα, μεν, αλλά είναι μία χώρα. Ο Πρόεδρός της μπορεί να υπόσχεται ότι θα επιτρέψει στις αμερικανικές πετρελαιοβιομηχανίες να βγάλουν όσο περισσότερα ορυκτά καύσιμα μπορούν για να τα πουλήσουν, αλλά η χώρα του είναι ήδη η μεγαλύτερη παραγωγός ορυκτών καυσίμων του κόσμου -υπάρχει ένα ερώτημα στο πόσο περισσότερα μπορεί ή χρειάζεται (η αγορά) να βγάλει. Και, βεβαίως, ο κόσμος του 2025 διαφέρει πολύ από τον κόσμο του 2016, όταν η Συμφωνία του Παρισιού ήταν φρέσκια, και ο Τραμπ πρωτοεξελέγη.
Σήμερα η μετάβαση σε (κυρίως) ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι μια πορεία τόσο γρήγορη, καθολική και παγκόσμια που μπορεί κανείς με ασφάλεια να πει ότι είναι πλέον μη αναστρέψιμη. Το νερό έχει μπει στο αυλάκι. Το 2024 ο κόσμος επένδυσε $2 τρισεκατομμύρια για την ενεργειακή μετάβαση (τα διπλάσια από ό,τι το 2021). Στις ΗΠΑ η παραγωγή αιολικής ενέργειας έχει 20πλασιαστεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες, ενώ η χρήση μπαταριών για την αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας έχει 30πλασιαστεί μόνο την τελευταία πενταετία. Από το 2021 κιόλας ο κλάδος των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας απασχολεί περισσότερους εργαζόμενους στις ΗΠΑ, από ό,τι ο κλάδος των ορυκτών καυσίμων. Η παραγωγή ενέργειας από φωτοβολταϊκα σε ολόκληρο τον πλανήτη διπλασιάστηκε μόνο μέσα τα δύο τελευταία χρόνια. Αυτά είναι τεράστια νούμερα. Τα ισχυρά συμφέροντα των πετρελαιοβιομηχανιών, που εδώ και δεκαετίες εμποδίζουν με λύσσα την απεξάρτηση του κόσμου από τα ορυκτά καύσιμα είναι ακόμα εδώ, και είναι μεγάλα, αλλά πλέον υπάρχουν και άλλα, αντίρροπα οικονομικά συμφέροντα, που κάνουν λόμπινγκ για το αντίθετο. Φυσικά, ο κόσμος μας θα χρειάζεται ορυκτά καύσιμα -αλλά ολοένα και λιγότερα- για δεκαετίες ακόμα. Το ελληνικό “Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα” προβλέπει ότι το 2050 η Ελλάδα θα χρειάζεται πέντε φορές λιγότερο φυσικό αέριο από αυτό που καταναλώνει σήμερα. Αν το 2016 η ενεργειακή μετάβαση ήταν απλά ένας φιλόδοξος στόχος, το 2025 είναι μια εν εξελίξει πραγματικότητα. Εκτός από τις κρατικές πολιτικές, τα επιδόματα και τα κίνητρα, έχουν μεσολαβήσει και κάποια εκπληκτικά τεχνολογικά άλματα (στα φωτοβολταϊκά, στις μπαταρίες) που κανείς δεν είχε προβλέψει, και φαίνεται ότι έπονται κι άλλα. Ό,τι και να λέει ο Τραμπ, έχει διαμορφωθεί πλέον ένα πλέγμα συμφερόντων (οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών, περιβαλλοντικών) σε όλο τον κόσμο, που κάνει την περαιτέρω επέκταση των ΑΠΕ νομοτελειακή.
Ο κίνδυνος που ελλοχεύει τώρα είναι αυτή η επέκταση να συνεχιστεί, αλλά πιο αργά, χωρίς επαρκή κίνητρα για να βρεθούν τρόποι για τη σταδιακή, ασφαλή αντικατάσταση των παλιών, “βρώμικων” πηγών ενέργειας. Αυτός είναι και ο μεγαλύτερος κίνδυνος από την εκλογή Τραμπ. Όχι τόσο τα πράγματα που θα κάνει ή δεν θα κάνει, αλλά η μόλυνση του πολιτικού διαλόγου με ένα πλασματικό αφήγημα αμφισβήτησης της έντασης και της ταχύτητας της ενεργειακής μετάβασης. Έχει ξεκινήσει μια οφθαλμοφανής και έντονη προσπάθεια από τις αναμενόμενες πηγές: αξιωματούχους των εξαρτημένων από τα ορυκτά καύσιμα κρατών του Κόλπου, πολιτικούς με φιλόξενες σε πετροδολάρια τσέπες (παρατηρήσατε πόσοι έσπευσαν να αποδόσουν το μπλακάουτ της Ιβηρικής στις κακές κι ανασφαλείς ΑΠΕ, από τις πρώτες ώρες κιόλας) ή, πιο πρόσφατα, με πιο στρογγυλεμένο τρόπο, και από το think tank του Τόνι Μπλερ. Όλοι αυτοί, επικαλούμενοι και πραγματικά δεδομένα, λένε λίγο-πολύ ότι οι στόχοι για την ενεργειακή μετάβαση που έχουν τεθεί είναι υπερβολικά φιλόδοξοι, ότι πρέπει να τα πράγματα γίνουν “πιο αργά” -μολονότι οι τεχνολογικές εξελίξεις έχουν επιτρέψει στη μετάβαση ως τώρα να έχει γίνει ταχύτερα και φτηνότερα από ό,τι περίμεναν ακόμα και οι πιο αισιόδοξες προβλέψεις 10 ή 20 χρόνια πριν. Οι αντίστοιχοι Τόνι Μπλερ αντίστοιχα έλεγαν το 2005. Η πραγματικότητα απέδειξε ότι έκαναν λάθος. Και οι σημερινοί λάθος κάνουν.
Αν όμως αυτό το αφήγημα, πυροδοτημένο από τις ακρότητες του Τραμπ, επικρατήσει, θα υπάρξει πρόβλημα. Αν ξαφνικά όλες οι χώρες αποφασίσουν ότι δεν χρειάζεται να προσπαθήσουν να πάνε όσο πιο γρήγορα μπορούν τις εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου όσο πιο κοντά στο μηδέν γίνεται (το 2050 η Ε.Ε., το 2060 η Κίνα κ.ο.κ.) τότε ο μετριασμός της κλιματικής αλλαγής θα γίνει μια πιο αργόσυρτη υπόθεση, και το κόστος που θα κληθούμε να αντιμετωπίζουμε ως κοινωνίες και ως κράτη θα γίνεται ολοένα και μεγαλύτερο. Και θα είναι κρίμα. Επειδή τις τελευταίες δεκαετίες, με τα σημαντικά, αλλά όχι και τόσο επώδυνα άλματα που έγιναν, η ανθρωπότητα απέδειξε ότι ο μετριασμός της κλιματικής αλλαγής εξακολουθεί μεν να είναι η δυσκολότερη πρόκληση που αντιμετωπίζει, αλλά δεν είναι αδύνατη.

