Οι αλλαγές στον σιδηρόδρομο έρχονται ήδη πολύ αργά. Σκοτώθηκαν μερικές δεκάδες νέοι άνθρωποι που απλώς επέστρεφαν σπίτι τους βράδυ. Ψυχικά έχουν τραυματιστεί κάμποσες εκατοντάδες, ενώ υπάρχει και συλλογικό τραύμα. Οι αλλαγές στον σιδηρόδρομο είναι καλοδεχούμενες και μόνο κάποιος κοινωνιοπαθής θα μπορούσε να θέλει οτιδήποτε άλλο πέρα από την απόλυτη επιτυχία οποιουδήποτε σχεδίου τα μέσα μαζικής μεταφοράς στη χώρα επιτέλους να λειτουργήσουν. Θα πάρει καιρό να επουλωθεί το τραύμα. Όμως, κάθε βήμα, κάθε πρόσληψη εργαζομένου, κάθε βελτίωση των συνθηκών εργασίας, κάθε βελτιστοποίηση των δικτύων/υποδομών ενδέχεται να μάς επιτρέψει να πιστέψουμε ξανά στο τρένο.
Μακάρι να νιώσω ασφαλής να ξαναμπώ στο βαγόνι. Όμως χρειάζομαι λίγο περισσότερο καιρό δεν μού αρκούν εξαγγελίες, είχαν ξαναγίνει τέτοιες. Δεν μπορώ παρά να νιώσω αλλόκοτα που ξαφνικά βρίσκονται τρόποι και πόροι για αλλαγές, ανακοινώνονται γρήγορα βήματα, ξεμπλοκάρουν, υποτίθεται, πράγματα. Δεν μπορώ παρά να σκεφτώ: μα καλά έπρεπε να πεθάνουν μερικοί άνθρωποι, προκειμένου η οικογενειοκρατία, η κατασπατάληση δημοσίου χρήματος και η προκλητική διαφθορά να βγουν από τη μέση; Χρειαζόταν ένα πολύνεκρο δυστύχημα, η πάροδος μιας ακόμη τραυματικής διετίας, οι διαδηλώσεις εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων απ’ όλα τα πεδία; Και δύο χρόνια τώρα γιατί δεν έγιναν όλ’ αυτά; Μακάρι από ‘δω και πέρα τα πράγματα να πάνε καλύτερα, αλλά γιατί χάθηκαν τόσες δεκαετίες;
Εντωμεταξύ, ξεκινάει η τουριστική περίοδος στη χώρα που βασίζεται στον τουρισμό, για να βγει (κάπως) οικονομικά. Ο προαστιακός σιδηρόδρομος είναι κι αυτός σε άθλια κατάσταση, μπορείτε να πάτε να δείτε, άμα δεν με πιστεύετε, τι βρωμερό πράγμα που είναι. Φανταστείτε να δούλευε κάπως καλά προαστιακός, ηλεκτρικός και τρένα, πόσο εύκολα και οικονομικά θα μπορούσε κανείς ν’ «ανακαλύψει» την Ελλάδα που δεν μοιάζει με καρτ ποστάλ, χωρίς άσπρα εκκλησάκια, γαϊδουράκια και λοιπό φολκλόρ. Πολλοί άνθρωποι έχουν ενδιαφέρον γι αυτήν ακριβώς την Ελλάδα, την εκτός πλαισίου υπερτουρισμού. Η χώρα, όμως, τους λέει: αν θέλετε να μ’ ανακαλύψετε, να με μολύνετε με το αυτοκίνητό σας και τα σκουπίδια σας. Είναι κι αυτός ένας τρόπος να νιώθει κανείς ντόπιος.
Και μέσα σ’ όλα διαβάζω ένα περιστατικό που δεν μού προξενεί καμία απολύτως εντύπωση. Ένα νέο αγόρι φέρεται να επιτέθηκε σε οδηγό λεωφορείου στη Θεσσαλονίκη επειδή ο τύπος οδηγούσε κάπως αργά. Δεν έχω πρόχειρη κάποια έρευνα, αλλά πιστεύω πως οι οδηγοί λεωφορείων υποβάλλονται σε απίστευτο στρες. Η δουλειά τους είναι πραγματικά δύσκολη και, όπως φάνηκε και στην περίπτωση των Τεμπών, μπορείς να σκοτωθείς ή να έχεις άσχημη κατάληξη. Σκεφτείτε μόνο πόσα παράπονα, γκρίνια και κατηγορίες εισπράττουν σε μία βάρδια οι οδηγοί. Το εύρος της απλήρωτης συναισθηματικής εργασίας τους!
Πριν λίγο καιρό, φέτος, επιστρέφοντας στην Αθήνα από το αεροδρόμιο έγινα μάρτυρας ενός θλιβερού περιστατικού. Όπως έχουμε ξαναπεί, η τοξική κουλτούρα της αρρενωπότητας δεν φυτρώνει στα ξαφνικά μέσα στ’ αγόρια, τους την εμφυσούν. Ακούστε τι έγινε.
Ερχόμασταν από το αεροδρόμιο προς το Σύνταγμα. Δύο άνδρες, φίλοι, με ένα μικρό παιδάκι περίμεναν να κατεβούν στο Σύνταγμα. Ο ένας δεν άντεχε άλλο και άναψε τσιγάρο. Ηλεκτρονικό. Ο οδηγός τού είπε να το σβήσει. Ο άνδρας άρχισε να τον περιφρονεί, μετά να τον βρίζει. Ο οδηγός επέμεινε. Ο άνδρας- μπροστά στο μικρό αγόρι που πρέπει να ήτανε το παιδί του- πήγε και τράβηξε μπουνιά πίσω ακριβώς από το κεφάλι του οδηγού. Όταν φτάσαμε στο Σύνταγμα πλακώθηκαν λίγο, ώσπου παρενέβησαν άλλοι εργαζόμενοι στην καθαριότητα ή στην έκδοση εισιτηρίων. Στάθηκα λίγο να χαζέψω αυτόν τον πατέρα. Στον δρόμο για το ξενοδοχείο θα φρόντισε να προπαγανδίσει στο παιδάκι ένα συγκεκριμένο πρότυπο θυματοποιημένου άνδρα που όλοι τον ρίχνουν, του επιτίθενται και θέλουν το κακό του, οπότε κι αυτός αντιδρά δέρνοντας.
Στα μέτρα βελτίωσης των δικτύων που εξαγγέλθηκαν φιγουράρει ψηλά ένα ενδελεχές σύστημα επιτήρησης. Κάμερες, εφαρμογές παρακολούθησης, γεωεντοπισμός. Μοιάζει με στρατιωτική επιχείρηση, αλλά στον πυρήνα της κι αυτή η μεταρρύθμιση (εντός ή εκτός εισαγωγικών) έχει την καχυποψία από και προς τους πολίτες, από και προς τους εργαζομένους, την μεταξύ μας καχυποψία, την καχυποψία προς το κράτος, τους θεσμούς, τους οδηγούς, τα δίκτυα, τα πάντα, μια καχυποψία γενική.

